Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Η διμοιρία του Ερκάν


Μερικοί  φίλοι μου από άλλα μέρη νομίζουν ότι  από το σπίτι μου βλέπω το Ποντικονήσι.

Η (πικρή)  αλήθεια είναι κάθε πρωί εδώ και χρόνια με το που ανάβω το τσιγάρο μου και πίνω την πρώτη γουλιά του καφέ βλέπω απέναντί μου μια σειρά από παρακμιακές πολυκατοικίες του εβδομήντα με βρώμικες τέντες , απλώτριες , κεραίες τηλεοράσεων και ευτραφείς νοικοκυρές με κομπινεζόν.

Αυτό που με συγκλονίζει όμως περισσότερο είναι τα απλωμένα σώβρακα ενός κήτους που διετέλεσε υπάλληλος του ΟΤΕ.

Το κήτος αυτό το θρέφουμε όλοι μαζί για να κάθετε αμίλητος σε μια καρέκλα εδώ και τριάντα χρόνια χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα .

Τελευταία το θρέφουμε και ως συνταξιούχο.

Πρόλαβε και βγήκε εγκαίρως στην σύνταξη όπως όλα τα κήτη που ξέρουν να επιβιώνουν σε όλες τις συνθήκες.

Βγαίνει πρωί πρωί και εποπτεύει την γειτονιά πριν ανεβάσει τους κώλους του και τις κοιλιές του στη σέλα του σκούτερ του προκειμένου να πάει την βόλτα του στην αγορά.

Για να αντέξω έχω «κατεβάσει»  έναν Φώτοσόπ που σβήνει τα πάντα,  πολυκατοικίες απλώτριες , σώβρακα , κήτη και κεραίες τηλεοράσεων.

Αφήνει μόνο μια Ακακία Κωνσταντινουπόλεως στην γωνία που τέτοιες μέρες είναι ολάνθιστη.

Θυμάμαι τέτοιες μέρες πριν από χρόνια από εκείνη την γωνιά εμφανίστηκε ένα νεαρός μελαχρινός , μικρόσωμος και αδύνατος  με ένα σακίδιο στο χέρι.

Μου συστήθηκε ως «Ερκάν».

Ήταν Τούρκος εκ Κωνσταντινουπόλεως και μιλούσε Ελληνικά καλύτερα από τους περισσότερους Έλληνες.

Ήταν πολιτικός πρόσφυγας άνηκε σε κάποια παράνομη οργάνωση και τον είχανε επικηρυγμένο στην χώρα του.

Τον είχε στείλει κάποιος καλός φίλος από την Αθήνα να του βρω ένα στέκι σε κάποια τουριστική περιοχή για να στήσει το τραπεζάκι του όπου θα έκανε τατού χένας και αυτοσχέδια βραχιολάκια με πολύχρωμους σπάγγους.

Ύστερα από μερικά τηλεφωνήματα εβρέθει το σημείο και η δημοτική άδεια. Ο Ερκάν έφυγε ευχαριστημένος και εγώ ανακουφίστηκα που έβγαλα την υποχρέωση προς τον φίλο μου.

Μερικές μέρες αργότερα  είδα τον Ερκάν με το τραπεζάκι του στην Αχαράβη έξω από ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ.

Πλησίασα κάθισα στο διπλανό παγκάκι και πιάσαμε την κουβέντα.

Πήγα να τονε πειράξω.

«Τώρα μεταξύ μας ρε Αρκάν, είναι επαναστατική πράξη να πλέκεις βραχιολάκια;»

Με κοίταξε με τα μαύρα ερευνητικά και χαμογελαστά του μάτια και μου είπε: «Εξαρτάται Σταμάτη».

Κουβέντα στην κουβέντα έμαθα ότι ο Ερκάν δεν ήταν μόνος στην Αχαράβη . Μαζί του ήταν άλλοι πέντε.
Μένανε σε μια εγκαταλελειμμένη γκαρσονιέρα με ελάχιστο νοίκι  και δουλεύανε το τραπεζάκι με βάρδιες νύχτα μέρα.
Κάθε λεπτό και κάθε ευρώ ήταν πολύτιμο.
Καθένας είχε χάσει συγγενείς η αγαπημένα του πρόσωπα στον πόλεμο.
«Πρέπει να βοηθήσουμε τα αδέλφια μας στην Τουρκία» μου έλεγε.

Το συσσίτιο της διμοιρίας του Ερκάν ήταν εξαιρετικά λιτό. Ένα σάντουιτς, ένας καφές, νερό και μια φορά τη βδομάδα είχε κατσαρόλα με ρύζι, λαχανικά και  λίγο κρέας .

Η αλλαγή της βάρδιας γινόταν με στρατιωτική ακρίβεια.

Μιλούσαν λίγο και έκαναν την δουλειά τους χωρίς να προκαλούν την προσοχή.

Ένα σαββατόβραδο τους κάλεσα να τους κάνω το τραπέζι  σε μια ταβέρνα .

Ήρθαν οι πέντε.

Ο έκτος ήταν βάρδια και θα του πήγαιναν το φαγητό αργότερα.

Μου συστηθήκανε αλλά δεν έδωσα σημασία . Σίγουρα τα ονόματα ήταν της παρανομίας σκέφτηκα .

Κάθε καλοκαίρι η διμοιρία του Ερκάν ερχόταν στην Αχαράβη για μερικά χρόνια.

Ύστερα χάθηκαν.

Τις προάλλες είδα τον Ερκάν στις εφημερίδες.

Τον συνέλαβαν τραυματισμένο στην Ισταμπούλ.

Για τους υπόλοιπους δεν ξέρω.

Μπορεί να δουλεύουν στην παρανομία σε κάποια πόλη της Τουρκίας.

Η Γιασμίν μπορεί να φυλάει σκοπιά κάπου στα όρη του Κουρδιστάν.

Εγώ συνεχίζω να βλέπω κάθε πρωί τα σώβρακα του κήτους να στάζουν πάνω στα κεφάλια βλαστημούντων περαστικών.

Ευτυχώς το «Φωτοσοπ» κάνει καλά την δουλειά του.

Για να διευκολύνω τα πράματα αποφάσισα να φυτέψω και μια τσαντσαμινιά μέσα σε μια τεράστια τσιμεντένια σωλήνα  αποχέτευσης που εγκατέλειψαν τα συνεργία του δήμου.

Θα την βάλω απέναντι από την Ακακία Κωνσταντινουπόλεως για να κάνω κόντρα πόστο στα σώβρακα  του Κήτους.

Η καμαριέρα που μου την έφερε μου έδωσε αυστηρή εντολή να μην την φυτέψω την Πέμπτη που είναι «..τσι αναλήψεως..» γιατί «..δεν θα πιάκει».

Είναι γνωστό ότι δεν είμαι θρησκευόμενος αλλά καλού κακού την φύτεψα σήμερα.

Καθώς την φύτευα πέρασε ο Γιάννης.

Χρόνια τορναδόρος στην Ελευσίνα και από τους καλούς. Του ήρθαν όλα ανάποδα. Δεν άντεξε.

Πηγαίνει τα πρωινά για τα φάρμακά του στο ψυχιατρείο και περνάει κάθε μέρα να με δει.

Σταματάει και με κοιτάει να φυτεύω.

«..και δε μου λες ρε Γιάννη… εσύ που ξέρεις… είναι επαναστατική πράξη το φύτεμα της τσαντσαμινιάς;»  του λέω.

«Εξαρτάται Σταμάτη..» μου λέει «..εξαρτάται»