Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Για ένα κουτάκι καραμέλες μέντα «Τικ Τακ»



Πρίν από τέσσερις μέρες , όπως κάθε πρωί, η Σινιόρα Άντζελα πάει για τα καθημερινά της ψώνια.

Η Σινιόρα Άτζελα είναι μια τυπική Ιταλίδα συνταξιούχος 76 ετών.

Μένει στο Μιλάνο και από πολλά χρόνια κάνει την ίδια διαδρομή κάθε πρωί.

Βγαίνει στην οδό Αρχιμήδη και ακολουθεί το δεξί πεζοδρόμιο κοιτάζοντας τις βιτρίνες.  Φτάνει στο σούπερ μάρκετ «PAM».

Διασχίζει τους απέραντους και γεμάτους κάθε είδους προϊόντα διαδρόμους και κοντοστέκεται στα αλλαντικά.

Βάζει τα γυαλιά της και βλέπει τις τιμές.

Συνεχίζει παρακάτω και κοντοστέκεται στο ψυγείο με τα  τυριά. Παίρνει διστακτικά ένα κομμάτι τυρί που της φαίνεται μικρότερο από τα άλλα. Το βάζει στο καλάθι της αλλά μετά από μερικά βήματα το σκέφτεται καλύτερα. Γυρνάει πίσω και το βάζει στην θέση του.

Τελικά βάζει στο καλάθι μια κονσέρβα τόνο και το ψωμί της ημέρας.

Σε μια γωνιά ενός ψυγείου βλέπει παρατημένο ένα κουτάκι καραμέλες μέντα «τικ-τακ».
Δεν ξέρει ότι οι κάμερες ασφαλείας παρακολουθούν κάθε βήμα της και βάζει το κουτάκι με τις καραμέλες στην τσάντα της.

Στον επόμενο διάδρομο την περιμένει ο διευθυντής του σούπερ μάρκετ με έναν σεκιουριτά.
Της ζητά να ανοίξει την τσάντα της. 
Η κυρία Άτζελα κοκκινίζει και λέει:
-«Συγνώμη …δεν είμαι κλέφτρα… δουλεύω όλη μου την ζωή για να μεγαλώσω τα παιδιά μου».

Ο Διευθυντής που ονομάζεται Valerio  , καθώς προβλέπει ο κανονισμός για ανάλογες περιπτώσεις,  ειδοποιεί την αστυνομία.
Καταφθάνει το περιπολικό με δύο αστυνομικούς που ονομάζονται Arturo Scongiu και Francesco Console..

Ξέρεται, υπάρχουν ακόμα χώρες που οι αστυνομικοί έχουν ονοματεπώνυμο.

Εξετάζουν της σινιόρα Άτζελα που τρέμει σαν το φύλλο.

Εν τω μεταξύ έχει μαζευτεί πλήθος κόσμου που παρακολουθεί έκπληκτος την σκηνή.

Τελικά ο Arturo Scongiu δίνει  στον διευθυντή τα 0,75 λεπτά που κάνουν οι καραμέλες. Οι συγκεντρωθέντες χειροκροτούν και ένας από αυτούς αναλαμβάνει να πληρώσει και το ψωμί με τον τόνο.

Το θέμα ανεβαίνει στο διαδίκτυο με συνέντευξη του αστυνομικού και η Σινιόρα Άντζελα γίνεται σύμβολο.

Χιλιάδες γράμματα και σχόλια από κάθε γωνιά της χώρας μέχρι που το φαινόμενο δημοσιεύεται στις μεγαλύτερες εφημερίδες.

Ο Αστυνομικός λέει σε μια από αυτές : «Έτρεμε σαν το φύλλο… παίρνει 360 ευρώ σύνταξη… αν θέλει το κράτος ας με μεταθέσει αλλού … δεν μπορώ να συλλάβω την γιαγιά μου για 75 λεπτά» 

Γράφει στην Corriere della Sera μια αναγνώστρια:
«Αγάπητή Αγγελική
Να ντρέπονται αυτοί που μας έφεραν σε αυτήν την οικονομική κατάσταση και όχι εσείς. Μας εξοργίζει η χειρονομία του διευθυντή όχι η δική σου.
Μια μεγάλη αγκαλιά για σένα.
Είμαστε αξιοπρεπείς , αυτοί όχι».

Μου ήρθε στο μυαλό η Αννούλα, μια ταμίας ενός σούπερ μάρκετ της Κέρκυρας.
Έχει δύο μικρά παιδιά να μεγαλώσει και ο άντρας της την εγκατέλειψε όταν είδε τα σκούρα.

Φοβάται για την δουλειά της αλλά «κάνει τα στραβά μάτια» στην γριούλα που πέρασε από το ταμείο με ένα κομμάτι τυρί στην τσέπη.

Εκατομμύρια μικροί καθημερινοί ηρωισμοί ανωνύμων που διακινδυνεύουν τα πάντα, σίγουροι ότι κανείς δεν θα τους το αναγνωρίσει.

Κλίνω το γόνυ.


Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Η εξαφάνιση του Σκούτζικα



Τον Σκούτζικα τον  έφερε στην Κέρκυρα κάποιος Εγγλέζος αξιωματικός  από τις μακρινές Ινδίες.
 Έτσι λένε οι σοβαροί Ιστορικοί που ασχολούνται με την Ιστορία του Σκούτζικα.

Οι Ινδοί  έπεισαν τον  Άγγλο ότι καταβροχθίζει μετά μανίας ποντικούς.

Η παράξενη άκακη  και τερατόμορφη σαύρα τρεφόταν όμως με μικρά έντομα και βλαστάρια φυτών.

Ο Σκούτζικας βρέθηκε ξαφνικά  παγιδευμένος σε ένα υγρό  και κρύο κλίμα περικυκλωμένος  από παράξενα , τεράστια τέρατα που περπατούσαν  στα δύο πόδια και για κάποιο ανεξήγητο λόγο τον μισούσαν θανάσιμα.

Έλεγαν, δε,  ότι είναι δηλητηριώδης και  μάλιστα εκτοξεύει  το δηλητήριο του σε απόσταση.

Έτσι , λοιπόν, αναγκάστηκε να ζει     κρυμμένος  ανάμεσα στις τεράστιες  πελεκητές πέτρες της κόντρα φόσα.

Όταν δεν είχε τέρατα τριγύρω , έβγαινε μέχρι το Μποσκέτο και σκαρφάλωνε στα δέντρα για να λιαστεί.

Την ίδια εποχή οι Άγγλοι έφεραν στην Κέρκυρα και τους Μαλτέζους.

Οι Μαλτέζοι ήταν οι πιο φημισμένοι τεχνίτες πέτρας της Μεσογείου. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι έχτισαν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης μας.

 Κάθε πέτρα  που βλέπουμε έχει λαξευτεί στο χέρι από τους Μαλτέζους τεχνίτες.

Παρόλα αυτά έμεναν πάντα στις άκρες της πόλης, στις πιο υποβαθμισμένες συνοικίες ,μέσα σε τρώγλες.

Ο συνοικισμός του Κωτσέλα  πήρε το όνομά του από ένα από τα νησάκια που συναπαρτίζουν  την Μάλτα και λέγεται Gozo.

Όταν τελείωσε το χτίσιμο της  πόλης , οι Μαλτέζοι μας αποκάλυψαν και άλλο ένα ταλέντο τους. Ήταν επίσης σπουδαίοι αγρότες. Οι κήποι γύρω από την πόλη που έφτιαξαν προμήθευαν την πόλη με κάθε λογής  φρέσκα λαχανικά και φρούτα.

Οι Αρχόντισσες  της Πόρτα Ρεμούντα  αισθανόταν πάντα  αποτροπιασμό και ντροπή για την συμβίωση τους με τους Σκούτζικες και με τους Μαλτέζους.

Αυτοί που δεν μπορούσαν να καρφώσουν ένα καρφί στον τοίχο για να κρεμάσουν το κουάδρο τους , περιφρονούσαν αυτούς που έφτιαξαν και έθρεψαν την πόλη.

Κάποια φορά ένας αντιδήμαρχος «της πιάτσας» απεφάνθη ότι για την «μείωση της εισροής τουριστικού συναλλάγματος» φταίνε οι Σκούτζικες. Διότι, έλεγε, δεν μπορεί να βλέπουν αυτά τα «τριτοκοσμικά αίσχη»  οι  υψηλοί επισκέπτες μας.

Έβαλε λοιπόν ως σκοπό της ζωής του την εξαφάνιση του Σκούτζικα. 

Αφού δεν κατάφερε να τους ξετρυπώσει  τάβαλε με τους αδέσποτους  σκύλους που λιαζόταν ανυποψίαστοι στην πάνω πλατεία και στο λιμάνι.

Εν συνεχεία ρίχτηκε μετά μανίας στους ψαράδες που είχαν στήσει τις παράγκες στην Κόντρα φόσα.
Ούτε και  τότε κατάφερε να μας σώσει από την τριτοκοσμική μας μοίρα.

Μία των ημερών, εξαφανίστηκε ο  Αντιδήμαρχος  για να εμφανισθεί κάποιος άλλος  «διώκτης  τεράτων».

Γιαυτό  φίλε μου, όταν περπατάς στους δρόμους της πόλης να κοιτάς χαμηλά . Οι παλιές πέτρινες πλάκες των δρόμων είναι πελεκημένες μια- μια, στο χέρι.

Όταν ακουμπάς στους πέτρινους τοίχους για να ξαποστάσεις να ξέρεις ότι αυτές οι πέτρες έχουν μέσα τους πολύ πόνο και πολύ μόχθο.

Αν  κοιτάξεις  ανάμεσα στις πέτρες , στην σκοτεινή σχισμή, θα δεις  μέσα στο σκοτάδι να σε κοιτάζουν δύο μικρά τρομαγμένα μάτια.

Τότε, να ξέρεις… αυτή είναι η αρχή .

Πού ξέρεις , Ίσως κάποια μέρα να μπορέσουμε να αποδείξουμε  στους Σκούτζικες ότι , όπως και αυτοί,  έτσι και εμείς , δεν είμαστε τέρατα.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

"Οι Μαύροι"



Ένα από τα ατελείωτα βροχερά απογεύματα της χειμωνιάτικης Κέρκυρας  βρέθηκα στο σπίτι ενός καλού φίλου.
Πίναμε το ποτό μας δίπλα στην φωτιά και  ψήναμε κάστανα. Συζητούσαμε διάφορα της καθημερινότητας μας.

Σε μια στιγμή μου λέει: «Περίμενε να σου φέρω κάτι  που θα σε ενδιαφέρει».

Έριξε στο τραπεζάκι  μερικές φωτοτυπίες. Προσπαθούσα να διαβάσω . Επρόκειτο για τα πρακτικά μιας συνεδρίασης του Σοσιαλιστικού ομίλου Κέρκυρας  στις αρχές του εικοστού αιώνα. Δυσκολευόμουν να διαβάσω τα καλλιγραφικά γράμματα. Δυσκολευόμουν με αρκετές λέξεις . Περισσότερο, όμως ,  δυσκολευόμουν να καταλάβω  τα θέματα της δικής τους καθημερινότητας.

«Άστα αυτά και διάβασε εδώ.» μου λέει ο φίλος μου και γυρίζει στις τελευταίες σελίδες.

Το τελευταίο θέμα αφορούσε την πρόσληψη δύο νέων μελών στον Σοσιαλιστικό όμιλο.
Υποψήφιοι ήταν ο Πρόεδρος του πανίσχυρου σωματείου λιμενεργατών Κέρκυρας  με δυόμιση χιλιάδες μέλη και ένας νεαρός χωριάτης από τα Σφακερά που έγραφε ποιήματα και λεγόταν Σπύρος Νικοκάβουρας.

Η συζήτηση πρέπει να ήταν έντονη.
Πολλοί εκ των ομιλητών δεν ήθελαν να γίνει μέλος ο Λιμενεργάτης διότι δεν είχε να επιδείξει κάποιο πνευματικό έργο.
Άλλοι πάλι ήθελαν να γίνει μέλος διότι ήταν ένας πρωτοπόρος αγωνιστής της «εργατικής τάξεως».

Με διέκοψε ο φίλος μου και μου λέει: «Εσύ τι θα ψήφιζες αν ήσουν εκεί εκείνο το βράδυ;»

Ξαφνιάστηκα.

«Μου δίνεις μια στιγμή  να το σκεφτώ;» του λέω.

Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει κάτι για  φαγητό και με άφησε μόνο μου.

Σκέφτομαι  ότι η «στιγμή» είναι μια εξαιρετική λέξη.
Αναφέρεται στον χρόνο κατά κάποιο τρόπο , αλλά χωρίς προσδιορισμό. Μπορεί να είναι ένα λεπτό μπορεί και η αιωνιότητα.

Βρίσκομαι ξάφνου να περπατάω την  Γεωργίου Θεοτόκη  ένα βροχερό απόγευμα του 1910 . Διασχίζω  την Ευγενίου Βουλγάρεως  και στο Πεντοφάναρο στρίβω  αριστερά στο Λιστόν.

Εκεί που τώρα είναι το «καφέ Ευρώπη» , τότε ήταν η λέσχη του Σοσιαλιστικού Ομίλου.

Κάθομαι σε μια άκρη και παραγγέλνω ένα ζεστό τσάι.
Η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει.
Προεδρεύει ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης.
Συνεχίζω να μην καταλαβαίνω και πολλά.
Τα θέματα και η  επικαιρότητα με κουράζουν.
Παρατηρώ την διακόσμηση της αίθουσας .
Πανέμορφη σε σχέση με την σημερινή.

Τους Σοσιαλιστές τους  έλεγαν «Μαύρους» γιατί συνήθιζαν να φορούν μαύρα ρούχα. Μαύρο μακρύ παλτό και μαύρο παντελόνι .
Η Λέσχη τους ήταν καφενείο για τις καθημερινές συναντήσεις και συζητήσεις, αναγνωστήριο αλλά και  αίθουσα συνελεύσεων.
 Ο Όμιλος ήταν  το σύνολο της σημερινής αριστεράς.
 Ήταν,  και πριβέ λέσχη διανοουμένων,   και μάχιμο κόμμα επαναστατών,   και εναλλακτικός χώρος.

Εκείνες τις μέρες είχαν ιδρύσει τον «Σύνδεσμο Εργατικής Αλληλοβοήθειας» κάτι σαν το σημερινό ΙΚΑ.

Πιο πριν είχαν ιδρύσει τον  «Ψυχαγωγικό σύνδεσμο» με σκοπό την «ψυχαγωγίαν της Εργατικής τάξεως».  Ένα πρότυπο ωδείο όπου   έδιναν δωρεάν μουσικά όργανα στα παιδιά των εργατικών οικογενειών, καθημερινό γεύμα και  δεχόταν στα μαθήματα για πρώτη φορά και τα κορίτσια.

Έχει αρχίσει η ψηφοφορία για το τελευταίο θέμα .
Σκέφτομαι να αποφύγω το αγκάθι και να ψηφίσω και τους δύο υποψήφιους. 
Είναι μια καλή σκέψη . Αποφεύγω να τοποθετηθώ στην ουσία  του ερωτήματος και δεν μπορεί να μου πει και κανείς τίποτα.

Θα ήθελα υποψήφιο έναν λιμενεργάτη  που να έγραφε και ποιήματα αλλά η πραγματικότητα θέτει τα ερωτήματα όπως εκείνη νομίζει.

«Εσύ συνέταιρε τι ψηφίζεις;»  Ακούω την δυνατή φωνή του Κωνσταντίνου Θεοτόκη από το προεδρείο.

«Θα ψηφίσω τον  Σπύρο Νικοκάβουρα …..αλλά ..» λέω  διστακτικά.

«Δεν έχει «αλλά»  …ψηφίζεις η δεν ψηφίζεις;» μου λέει εκνευρισμένος.

«Ψηφίζω  το Σπύρο Νικοκάβουρα.»  απαντώ .

Ένα συνηθισμένο μελαγχολικό μεσημέρι



 Το διπλανό μας διαμέρισμα ήταν πάντα κλειστό . Κανείς δεν ήξερε σε ποιόν ανήκει .

Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα  έλεγε ότι  κάποιος έχει πεθάνει μέσα γιατί κάποτε κάτι μύριζε άσχημα και μετά από καιρό σταμάτησε η μυρωδιά.
Δεν της δώσαμε σημασία.

Κάποια φορά ενδιαφέρθηκε ο διαχειριστής για να πάρει τα κοινόχρηστα πολλών χρόνων .
Ανακάλυψε τον αδελφό του ιδιοκτήτη.  Ήρθε και άνοιξε . Μέσα ήταν παλιά έπιπλα της δεκαετίας του εξήντα σκεπασμένα με σεντόνια .
Μας μίλησε και για τον αδελφό του.

Έφυγε πριν από χρόνια για την Αμερική  να βρει την τύχη του.
Δούλεψε σε διάφορες δουλειές του ποδαριού  ώσπου τον πήραν εργάτη στα ναυπηγεία του Χάλιφαξ.
Παντρεύτηκε και έκανε δύο παιδιά.
Δεν ξανάρθε ποτέ στην  Κέρκυρα.
Η κόρη του πέθανε από υπερβολική χρήση ναρκωτικών και  ο γιός του ζει σε ένα ίδρυμα για άτομα με ειδικές ανάγκες.
Η γυναίκα του μάλλον ζει σε  κάποια άλλη πόλη αλλά κανείς  δεν ξέρει περισσότερα.
Ο άγνωστος γείτονας είναι θαμμένος σε κάποιο νεκροταφείο στην  μακρινή αυτή πόλη.

Το σπίτι  παραμένει κλειστό για να μας τον θυμίζει.

Αποφεύγω να κοιτάω την κλειστή πόρτα.

Καλύτερα να μην είχα μάθει την  ιστορία.

Πέρασαν τα χρόνια σάπισαν τα ξύλινα πορτοπαράθυρα μπήκαν οι ποντικοί  από μια τρύπα και έκαναν φωλιά.
Με ορμητήριο το μυστηριώδες διαμέρισμα έκαναν κατά διαστήματα εφόδους  στο σπίτι μας.

Αργότερα ήρθε και εγκαταστάθηκε στο κλειστό σπίτι η Ρόζα.
Η Ρόζα έμενε σε έναν διπλανό  κήπο. Είχε δικό της ξύλινο σπιτάκι  και έτρωγε  τα καλύτερα φαγητά. Το κυριότερο είναι που  ζούσε σε ένα ασφαλές χώρο.  Ήταν η πιο καλοστεκούμενη και περήφανη γατούλα της γειτονιάς.
Όταν πέθανε η  γριά αφεντικίνα της   έφυγε και αυτή από τον κήπο. Γκαστρώθηκε και γέννησε μέσα στο εγκαταλελειμμένο διαμέρισμα.

Σύντομα η  μικρή αυλή και η κανιζέλα γέμισαν γατιά που έτρεχαν εδώ και κει.
 Σκαρφάλωναν στους τοίχους και έπαιζαν όλη μέρα.
Ζωντάνεψε η  μικρή αυλή.
Αν τα πλησίαζες τρέχανε και τρυπώνανε από την σάπια ξύλινη πόρτα  στο σπίτι του άγνωστου γείτονα.

Κάποια μέρα εξαφανίστηκε η Ρόζα με τα γατιά .

Λένε ότι την είδαν να κυκλοφορεί  στο φοιτητικό εστιατόριο  και να μπαινοβγαίνει στο Πανεπιστήμιο . Τα γατάκια τα πήραν  οι φοιτήτριες.
Ανέθεσα στην Λουτσίντα  ,την γατούλα μας,  καθήκοντα φύλαξης από τους ποντικούς .
Δεν έχουμε παράπονο δουλεύει ευσυνείδητα και  μας κουβαλάει κάθε τόσο και από έναν στην πόρτα για να μην νομίζουμε ότι τεμπελιάζει.

Είναι ξαπλωμένη πάνω στην εφημερίδα μου και νομίζεις ότι κοιμάται .

Όλες οι αισθήσεις της είναι σε εγρήγορση.

Θα επιτεθεί όταν είναι η κατάλληλη στιγμή.

Τράβηξα απαλά την εφημερίδα  από κάτω της για να μην  την ξυπνήσω και διαβάζω  ότι κάποιος απογοητεύτηκε  που το Κομμουνιστικό κόμμα  Γαλλίας  κατάργησε το σφυροδρέπανο από την σημαία του και το αντικατέστησε με ένα πεντάκτινο αστέρι.

Μού ήρθε στο μυαλό μια παλιά κινέζικη παροιμία που την  έλεγε συχνά  ο «μεγάλος τιμονιέρης».

«Δεν μας ενδιαφέρει τι χρώμα έχει η γάτα,  αρκεί να πιάνει ποντικούς.»


Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2013

«Και απ’ το Θεό βροχάμενος , και από τα κεραμίδια.»




Είπα να κάνω μια εξαίρεση και να πάω για κυνήγι το Σαββάτο το απόγευμα.

Πήρα το ντουφέκι και τα τελευταία είκοσι φυσίγγια που είχα σπίτι.

Σκεφτόμουν ότι  θα φέρω τουλάχιστον δέκα κοτσυφούς.
Θα τους κάνω στα κάρβουνα λαδορίγανη, θα ψήσω και δύο τρείς φέτες ψωμί , θα πιώ και δύο ποτήρια κρασί , θα περάσει το βράδυ.

Πέρασα το γεφύρι στον Ορθόλιθο και ανηφόρησα προς το Ζυγό. Ακολούθησα τον λασπωμένο χωματόδρομο μέχρι που πήρα τον ανήφορο για το πόστο μου κοντά στους λόγγους.

Κάθισα σε μια πέτρα κάτω από  μιαν ελιά και περίμενα το «Ανέβασμα» των πουλιών.

Στρίβω τσιγάρο και την ώρα που το ανάβω πέφτει μια χοντρή σταγόνα ακριβώς επάνω και μου το σβήνει.
Δοκιμάζω να το ανάψω ξανά και μου τελειώνει ο αναπτήρας.
Αμέσως  μετά αρχίζει να βρέχει καταρρακτωδώς.
Το νερό γίνεται χαλάζι.
Τρέχω και χώνομαι ανάμεσα στα κυπαρίσσια.

Βάζω το ντουφέκι μέσα από το  μπουφάν να μην βραχεί.
Η κάννη είναι κάτω από το σαγόνι μου.
-«Είναι ώρα να γίνει ένα λάθος  και να αυτοπυροβοληθώ.»  σκέφτομαι.
Αδειάζω το όπλο και κατηφορίζω την πλαγιά  ανάμεσα σε αστραπόβροντα.

Το  ποτάμι έχει φουσκώσει και τα νερά είναι είκοσι πόντους πάνω  από το γεφύρι.
Δεν έχω επιλογή και περνάω με προσοχή.
Τα νερά  φτάνουν στο γόνατο και νυχτώνει.
-«Ώρα είναι να γλιστρήσω , να με πάρει το ποτάμι και να με βρούνε τουμπανιασμένο στο Σιδάρι σε καμιά δεκαριά μέρες.» Σκέφτομαι.

Φτάνω στο χωριό μούσκεμα μέχρι το κόκκαλο.

Η Ολυμπία  χουζουρεύει στη φωτιά διαβάζοντας.
Με κοιτάει χωρίς να μιλήσει.
Είναι έτοιμη να βάλει τα γέλια η μου φαίνεται;
Το τρίτο πρόγραμμα  έχει ένα απόσπασμα από την Appassionata. Ανεβαίνω τα σκαλιά και έχω την αίσθηση ότι με περιγελά και αυτή.

Την  Κυριακή το απόγευμα πάω στο γήπεδο να συμπαρασταθώ σε φίλους. Ο ΑΟ Κέρκυρα παίζει με την ΑΕΚ και  αν χάσουμε πέφτουμε σίγουρα στην Β’ Εθνική.
Δεν βρίσκω θέση και κάθομαι στο  κρύο πεζούλι. Δεν προλαβαίνω  να κάτσω και παίρνει πέναλτι η ΑΕΚ . Τρώμε το γκολ και σερνόμαστε μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Σηκώνομαι  και με  πονάει  η κοιλιά μου. Κρύωσα και έχω διάρροια .

Την Δευτέρα το πρωί πάω για δουλειά.
Ευτυχώς υπάρχει ένα μεροκάματο.
Τυχαίνουν μερικές αναποδιές.  Δεν βγάζω  το μεροκάματο και με  πιάνει και η μέση μου.
 Ήτανε ένα παράθυρο ανοιχτό  πίσω από την πλάτη μου και με θέρισε.

Το βράδυ κάθομαι στον καναπέ αλειμμένος με θερμαντικές αλοιφές  .

Η Μαρία Χούκλη  λέει ότι  ο υφυπουργός εργασίας δήλωσε ότι «οι μισθοί στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλοί».

Αμέσως μετά ένας ηλικιωμένος  παρουσιαστής του καιρού με ειδοποιεί ότι έρχονται καταιγίδες  και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα χωρίς να μπορεί να κρύψει την χαρά του.

Λίγα λεπτά αργότερα παθαίνει αποπληξία  ο Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής.

Κάνω να πάρω το τηλεχειριστήριο από το τραπεζάκι αλλά η μέση μου δεν με αφήνει.

Σκέφτομαι να γυρίσω λίγο στο πλάι , να γλιστρήσω από τον καναπέ στο πάτωμα και να συρθώ μέχρι  την κρεβατοκάμαρα.

Υπάρχει κίνδυνος να μείνω  για πάντα στον καναπέ  απέναντι  από τη Μαρία Χούκλη.

Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Η Τζία μου η «Μπεμπούλα»



Θυμάμαι που όταν με πήγαινε ο πατέρας μου στο Μαντούκι για να δούμε τη θειά την Μπεμπούλα την προηγούμενη νύχτα  δεν κοιμόμουν.

Το ταξίδι εκείνα τα χρόνια από το χωριό στην πόλη ήταν  σαν να  ταξίδευες στην άκρη του κόσμου.
Αγωνιούσα για τη μαγεία του ταξιδιού αλλά αγωνιούσα και για το μεσημεριανό γεύμα της Κυριακής στο σπίτι της Θειάς μου της Σοφίας . Για κάποιο λόγο η Νόννα μου η Βανθία την έλεγε «Μπεμπούλα» και της έμεινε .

Μας έβραζε μακαρόνια από του Ζαφειρόπουλου , πεντανόστιμα με σάλτσα φρέσκιας ντομάτας.
Στο εργοστάσιο του Ζαφειρόπουλου δούλευαν τότε πολλοί εργάτες από το Μαντούκι  και σχεδόν όλοι προμηθευόταν μακαρόνια από εκεί  φτηνά η και δωρεάν, δευτέρας διαλογής.

Έβαζε η Τζία  μια τεράστια μαυρισμένη  κατσαρόλα  στη στιά και μαγείρευε στο μικρό κηπάριο έξω από το σπίτι με ξύλα. Εκεί ζέσταινε και νερό για να πλυθούν. Νομίζω υπήρχε και μια βρύση με μια πέτρινη γούρνα.

Το σπίτι της θειάς μου στο Μαντούκι ήταν ένα μικρό δωμάτιο χωρίς παράθυρο που χώραγε ίσα- ίσα  ένα διπλό κρεβάτι και ένα τραπέζι μπροστά στο κρεβάτι .  Άλλοι καθόταν στο κρεβάτι και  οι υπόλοιποι γύρω- γύρω.

Εκεί μέσα μεγάλωσε τέσσερα παιδιά σε συνθήκες ανείπωτης φτώχειας .  Τα μάλωνε , τα κυνηγούσε  τα έβαζε να πλυθούνε με το ζόρι σε μια  τσίγκινη λεκάνη. Είχε ταχτεί στα καθήκοντα του σπιτιού ολοκληρωτικά.

Μου φαινόταν πολύ άθλιο σε σχέση με το σπίτι μας στο χωριό αλλά μου αρέσανε πολύ  τα μακαρόνια με την κόκκινη σάλτσα.

Μου άρεσε ακόμα που όλο το πρωί παίζαμε  έξω με τον Σταμάτη, την Κασσιανή, τον Ιωσήφ,  τον Σπύρο και τα παιδιά της γειτονιάς.

Όταν κατηφορίζαμε  τρέχοντας προς την Ξενοφώντος Στρατηγού ήταν σαν να είχαμε κάνει μια μεγάλη απόδραση με  σοβαρές συνέπειες.

Ο Θείος μου ο Νίκος ήταν ένας  οικοδόμος ψηλός, αδύνατος, πολύ μελαχρινός (μαυριδερός) και απόμακρος .

Ο Πάππους μου ο Σταμάτης  τον έλεγε «Μόρο» (Moro = Μαυριδερός)  και έλεγε ότι όλοι οι Μαντουκιώτες είναι μαυριδεροί γιατί  ήταν  πειρατές και τσιγγάνοι  που ήρθαν από την Ισπανία.
 Στα παλιά πανηγύρια του Μαντουκιού , έλεγε ο Πάππους , οι άντρες φορούσαν χρυσές μποκολέτες στα αυτιά.

Η Νόννα μου με απειλούσε λέγοντας ότι άμα  δεν φάω το φαί μου θα φωνάξει τον «Μόρο».

Τότε έβλεπα  εφιάλτες τα βράδια με «μόρους»  που φορούσαν  μποκολέτες στα αυτιά να χορεύουν σαν τους  διαόλους γύρω από τις φωτιές και εγώ τρομοκρατημένος να τρώω «μανέστρα κολομπίμπιρη» με το ζόρι.

Τα χρόνια εκείνα η ανέχεια στο σπίτι συνοδευόταν από γενική έλλειψη στην αγορά . Έλλειψη ρούχων , έλλειψη παπουτσιών , έλλειψη τροφίμων.

Και σήμερα υπάρχει  ανέχεια αλλά συνοδεύεται από αφθονία στην αγορά. Ετούτο είναι χειρότερο νομίζω.  Δυσκολεύεσαι να δικαιολογήσεις την φτώχεια .

Πέρασαν τα χρόνια . Φύγαμε από την Κέρκυρα και  το σπίτι της  Τζίας  τσι Μπεμπούλας  έμεινε μια θολή ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων.

Τα παιδιά μεγαλώσανε και κάνανε οικογένειες. Ο Θείος ο Νίκος εγκατέλειψε την Μπεμπούλα .

Δεν το βαλε κάτω ακόμα και τότε . Έφτιαξε την παρέα της  με τους συνομηλίκους της  και λίγο με την μικρή της σύνταξη , λίγο με την βοήθεια των παιδιών της, άρχισε τα ταξίδια.

Γυρίσανε όλη την Ευρώπη.

Όταν την έβλεπα να έρχεται από το κομμωτήριο της φιλούσα το χέρι.
«Παππάς είμαι και μου φιλάς το χέρι;» μου έλεγε γελώντας.
«Τζία μου …  δεν φιλάω το χέρι σε παπάδες . » της έλεγα.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

«ΠΑΠΑΝΤΗ»


Ο κύριος Κώστας δεν κοιμάται καλά τα βράδια.
Αγωνιά για την  γυναίκα του που είναι άρρωστη.
Αγωνιά για την σύνταξη του που διαρκώς μειώνεται.
Αγωνιά για τα φάρμακα.
Αγωνιά για πολλά ο κύριος Κώστας και αισθάνεται αδύναμος.
Νοιώθει ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του.
Αγωνιά ακόμα και για την «Παπαντή».

Ο Κώστας γεννήθηκε στους Καστελάνους μέσης .
Τα παλιά χρόνια το σπουδαιότερο γεγονός του χρόνου για τους κατοίκους αυτού του χωριού ήταν  το πανηγύρι της Υπαπαντής.
Την ημέρα εκείνη ερχόταν επισκέπτες από όλη την Κέρκυρα στο χωριό. Ήταν ένα από τα σημαντικότερα πανηγύρια.
Ξεκίναγαν παρέες με τα πόδια  η με τα κάρα από παντού για να πάνε στους Καστελάνους Μέσης.
Για να πάει τότε κάποιος στο πανηγύρι θα έπρεπε να περπατάει όλη μέρα, να  βρει τρόπο να κοιμηθεί το βράδυ και να γυρίσει   πίσω την επομένη.

Πολύς κόπος.

Ο  κύριος Κώστας στεναχωριέται γιατί το γνωστό παραδοσιακό τραγούδι  «Παπαντή»  έχει παραποιηθεί.
Πρόσθεσαν άλλους στίχους .
Το αλλοίωσαν και το έκαναν να φαίνεται αστείο.
Δεν έχει άδικο. Μερικές φορές είναι να ντρέπεσαι για την κατάντια των τραγουδιών μας.
Μου τα λέει όλα αυτά ο κύριος Κώστας και βουρκώνουν τα μάτια του.

Του υποσχέθηκα να αποκαταστήσω την «Παπαντή» .

Να μην θρηνήσουμε δύο θανάτους.

Τα λόγια του τραγουδιού είναι τα παρακάτω.
Το βιντεάκι  είναι  ένα απόσπασμα του τραγουδιού από  μια παρέα  του Βαλανειού πριν από χρόνια.


Εγώ παπούτσια δεν έχω
Στην Παπαντή να πάω
Ο Φτύμιος* μου νάναι καλά
Κι’ απ’ άλλο χρόνο  πάω.

Και το κερί που σού  ταξα
Παρθένα Παναγιά μου
Θα σου το φέρω άλλη φορά
Για να χω την υγειά μου.

Με το πλυμένο του βρακί
Και  ξούρισμα στην τρίχα
Ο Φτύμιος μου θα τραγουδά
Με μια φιοράδα τρίτσα*.

Καλότυχοι καλόμοιροι
Όπου έχουνε και τρώνε
Και  γω  σπέζα* δεν έφαγα
Μέσα από τσου Φωτώνε*.


Φτύμιος = Ευθύμιος
Φιοράδα Τρίτσα = Ψάθινο καπέλο  στολισμένο με λουλούδι.
Σπέζα (Spesa) = Ψώνια . Τρόφιμα που δεν παρήγαγε μια οικογένεια και έπρεπε να τα αγοράσει.
Φωτώνε =  Τα φώτα. Η Εορτή των φώτων.