Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Το φεγγάρι και το δάκτυλο


Εκείνη την πρωτομαγιά ετέθει ευθέως το ζήτημα του χρόνου.
Ο χρόνος ως γνωστόν είναι χρήμα (και κρίμα) .
Το "κρίμα" αφορά τους μανιοκαταθλιπτικούς και τους (επίσης) μανιοκαταθλιπτικούς  ψυχαναλυτές που τους κουράρουν.
Το "χρήμα", όμως αφορά τους εξουσιομανείς καπιταλιστές που το χρειάζονται για να παραμένουν γαντζωμένοι στην μάταια (κάνω μια αναφορά στους προηγούμενους)  εξουσία τους.
Οι εργάτες  που έθεσαν το οκτάωρο ως αίτημα, ουσιαστικά ζητούσαν πίσω ένα μέρος απο τον κλεμμένο χρόνο. 
Σήμερα (που θα έπρεπε περισσότερο παρά ποτέ) δεν μιλάει κανείς για αυτόν.
Άλλοι κατεβαίνουν στην συγκεντρωση απο συνήθειο φωνάζοντας με το ζόρι ότι "θέλουνε δουλειά και όχι ανεργία"  και άλλοι θα πάνε να πιάσουν το "Μάη".
 Άλλοι θα κλάψουν γιατί πέφτει Κυριακή (και χάνουν μια αργία),  και άλλοι γιατί (ακριβώς επειδή πέφτει Κυριακή) δεν θα έχει μεγάλη συμμετοχή το κομματικό μπλόκ.

Αν δείξεις την ανωτέρω αφίσα στον εξοργισμένο  ηλίθιο, θα εντυπωσιασθεί απο την τελευταία γραμμή όπου καλούνται οι εργάτες σε ένοπλη συμμετοχή στην διαδήλωση.

Έτσι συμβαίνει πάντα. Όταν του δείχνεις  το φεγγάρι, αυτός εστιάζει στο δάκτυλο.   

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Στην πάνω πλατεία θάναι όλοι

Κάποιο Μεγάλο Σάββατο το βράδυ βρεθήκαμε, ως συνήθως, στην πάνω πλατεία.

Δεν χρειαζόταν ραντεβού. Μαζευόμαστε κάτω από ένα συγκεκριμένο δέντρο πιο πάνω από τα καφενεία του Πεντοφάναρου.

Ο Παναγιώτης ως συνήθως γκρίνιαζε με τα «κωλόπαιδα που θα μας κάψουν με τα βαρελότα». Εγώ είχα πάει παραπέρα και περίμενα υπομονετικά το «Χριστός Ανέστη» δίπλα σε μια άλλη παρέα.

Έρχεται ο Παναγιώτης και μου λέει ειρωνικά και σιγά στο αυτί - «Μπα; και λαμπάδα με κορδέλα!»

-«Κοίτα - του λέω- εγώ δεν ήρθα εδώ βραδιάτικα για θρησκευτικούς λόγους, περιμένω το «Χριστός Ανέστη» για να φιλήσω τη Νικολέτα.

-«Ποια είναι αυτή;» με ρωτάει με απορία.

-«Η διπλανή μου» απαντώ.

-«Καλά είσαι πολύ μαλάκας! Τι της βρήκες της ζάμπας;» μου λέει.

-«Γούστα είναι αυτά. Γειτόνισσα μου είναι… που θα βρω άλλη ευκαιρία; …στο σούπερ Μάρκετ;»

-«Καλά είσαι τρελός! Ήρθες στην Ανάσταση για να φιλήσεις τη Νικολέτα;»

-«Γιατί; Λίγο το έχεις;».

-«Αυτή, ρε, είναι σα στακοφίσι….. Θα μυρίζουνε τα χνώτα της από τη νηστεία …..Θα βρωμοκοπάει αρώματα και θα σε γιομίσει με αυτά τα λάδια που αλείβουνε το μούτρο τους.»


-«Τη δουλειά σου εσύ! …..Δεν σκοπεύω να δώ όλα τα φιλιά στο τέλος σαν τον Τορνατόρε στο «σινεμά ο Παράδεισος».


Τέτοια λέγαμε ώσπου ξαφνικά νάσου το «Χριστός Ανέστη» και μέσα στον πανικό, φιλάω την Νικολέτα που, εντωμεταξύ, κάτι είχε καταλάβει και χαμογελούσε πονηρά.

-«Μου δίνει άλλο ένα; - της λέω.


-«Του χρόνου» - μου απαντάει γελώντας.

Πήραμε το δρόμο με κατεύθυνση την χοληστερινούχα μεταμεσονύκτια μαγειρίτσα από εντόσθια θυσιασμένων προβάτων προς εξευμενισμό των θεών.

Ο Παναγιώτης γκρίνιαζε: «Ορίστε τη φίλησες και τι κατάλαβες; …Το χάλασες … Καλά δεν ήταν στο μυαλό σου;»

Μου λέγε και άλλα. Ξόρκιζε την «πραγματική πραγματικότητα», όπως του άρεσε να λέει, και διαφωνούσαμε.

Πέρασε καιρός και μια των ημερών , παραμονές του προηγούμενου Πάσχα, βρίσκω ένα mail με το παρακάτω βιντεάκι. Τόφτιαξε και μου το έστειλε. Το φύλαξα σε έναν φάκελο με τίτλο «Παναγιώτης Περιστέρης».

Το θυμήθηκα σήμερα και είπα να το μοιραστώ.