Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Μικρά χαλίκια στο δρόμο

"Αν δεν αξίζει αυτό το χαλίκι,
τότε δεν αξίζει τίποτα!"

Απο την ταινία "la strada" του κορυφαίου Federico Fellini.

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Maremma

Ξύπνησα στις δυόμιση με ένα αίσθημα ασφυξίας και πανικού. Είχε ενεργοποιηθεί ξανά το σύστημα Ν.Φ.Δ.* μου . Συνηθισμένα πράγματα. Έχω μάθει πλέον να ζω μαζί του.

Ντύθηκα και βγήκα στους δρόμους . Περπατούσα μόνος στην παραλία. Ήρθε στο μυαλό μου η «Μαρέμμα» . Σιγοτραγουδούσα ξανά και ξανά το ίδιο τραγούδι.

Νάσου και ο Καββαδίας μέσα στα σκοτάδια να μου θυμίσει ότι «..μένα φτερό ξορκίζει ο Γκόμπι την μαλάρια» … και τα ρυθμικά βήματα , πίσω μου, ενός δυστυχή ομοφυλόφιλου που βρήκε άνθρωπο να ακολουθήσει.

Έφτασα στην πλατεία κατά τις τρείς . Μια πόρνη βγαίνει από ένα μπαρ και με πλησιάζει «για ένα ποτό» .

«Μην μου μιλάς δεν είμαι καλά» . Το χαμόγελο πάγωσε στο πρόσωπο της . Την λυπήθηκα και το μετάνιωσα. Δεν γινόταν αλλιώς.

Ξανά μόνος με την Μαρέμα.

Η Μαρέμα είναι μια βαλτώδης περιοχή στην Τοσκάνη δίπλα στην θάλασσα. Παλιά η ελονοσία θέριζε . Αργότερα αποξήραναν του βάλτους και η περιοχή έγινε «τουριστικός προορισμός» .

Η μοίρα της Μαρέμα είναι παράλληλη με την δική μας Αχαράβη. Θυμάμαι που η Nόνα μου η Βανθία μου μιλούσε για την ελονοσία και την φτώχεια της περιοχής. Κανείς δεν ήθελε ούτε να περάσει από κείνους τους βάλτους της «Αναχαράβης» , όπως την έλεγε.

Την έλεγαν Άχαραβη από την σύντμηση των λέξεων «Άχαρη Ήβη». Οι νέοι, εξαιτίας της ελονοσίας , ήταν κίτρινοι αρρωστιάρηδες και πολλοί τελικά πέθαιναν.
Τώρα η Αχαράβη είναι επίσης ένας τουριστικός προορισμός. Τίποτα δεν θυμίζει,πλέον, το θλιβερό της παρελθόν.

Τι γυρεύω εγώ σε αυτούς τους βάλτους περασμένες τρείς της νυκτός;

*Ν.Φ.Δ. Διαταραχές του νευροφυτικού συστήματος. Τις κληρονόμησα από τον πατέρα μου μαζί με την τεράστια περιουσία του.


Το Βιντεάκι είναι δικής μου παραγωγής και η μετάφραση δική μου και αναλαμβάνω την εύθυνη, όπως πάντα.

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2010

Οι μουζικάντηδες της Βρέμης

Ήταν μια φορά ένας γάιδαρος που δούλεψε σκληρά σε όλη του τη ζωή. Μια μέρα το αφεντικό του αγόρασε μια καινούργια καμιονέτα και μπορούσε, πλέον να μεταφέρει και τα πιο βαριά φορτία χωρίς να χρειάζεται τον γάιδαρο. Τον έδεσε λοιπόν σε μια γωνιά του στάβλου και τον άφησε να πεθάνει από την πείνα.

Ο Γάιδαρος , όμως δεν ήθελε να περάσει έτσι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Το όνειρό του από μικρό γαϊδουράκι ήταν να γίνει μουσικός στην Βρέμη.

Πριόνισε , λοιπόν, με τα δόντια του το σχοινί και πήρε το δρόμο για την Βρέμη.
Δεν είχε κάνει πολύ δρόμο και συναντάει ένα σκυλί αδυνατισμένο από την πείνα που κλαψούριζε στην Άκρη του δρόμου.

«Τι σου συμβαίνει φίλε;» τον ρώτησε.
« Το αφεντικό μου αγόρασε έναν συναγερμό για να του φυλάει το σπίτι . Δεν με χρειάζεται άλλο και με έδιωξε από το σπίτι. Είμαι μια βδομάδα νηστικός» απάντησε ο σκύλος.
«Έρχεσαι μαζί μου στην Βρέμη να γίνουμε μουσικοί; Εγώ θα παίζω λαούτο και εσύ θα με συνοδεύεις με το τύμπανο.» Το ρώτησε ο Γάιδαρος.
Μην έχοντας τι άλλο να κάνει ο σκύλος ακολούθησε τον γάιδαρο στο ταξίδι προς την Βρέμη.

Καθώς προχωρούσαν συναντούν ένα γάτο που νιαούριζε γοερά στην άκρη του δρόμου.
«Τι σου συμβαίνει φίλε ;» ρώτησε ο γάιδαρος .
« Το αφεντικό μου με έδιωξε από το σπίτι γιατί αγόρασε μια συσκευή υπερήχων που διώχνει τα ποντίκια και δεν με χρειάζεται πλέον . Είμαι δυο βδομάδες χωρίς φαί και νερό.» Απάντησε ο γάτος.
«Έρχεσαι μαζί μας στην Βρέμη; Πάμε να γίνουμε μουσικοί. Εγώ θα παίζω λαούτο , ο σκύλος τύμπανα και εσύ βιολί.

Χωρίς δεύτερη σκέψη ο γάτος ακολούθησε τον γάιδαρο και τον σκύλο.

Δεν προχώρησαν πολύ και βρέθηκαν μπροστά σε ένα κοτέτσι. Βλέπουν έναν κόκορα να τρέχει πανικόβλητος.
«Τι σου συμβαίνει φίλε;» ρώτησε ο γάιδαρος.
« Το αφεντικό μου έκλεισε το κοτέτσι γιατί αγοράζει κοτόπουλα και αυγά από το σούπερ μάρκετ και δεν με χρειάζεται πια. Έτσι αποφάσισε να με αποκεφαλίσει και να με κάνει παστιτσάδο για το τραπέζι της Κυριακής . Τρέχω να σώσω το κεφάλι μου.» απάντησε ο κόκορας.

«Ανέβα γρήγορα στην πλάτη μου να σωθείς. Πάμε να γίνουμε μουσικοί στην Βρέμη. Θα παίζεις όμποε.» Του είπε ο γάιδαρος.

Χωρίς δεύτερη σκέψη ο κόκορας ανέβηκε στην πλάτη του γάιδαρου.

Όταν νύχτωσε οι τέσσερις φίλοι έψαξαν να βρουν ένα μέρος να περάσουν την νύχτα. Μέσα στο σκοτεινό δάσος είδαν ένα φώς και πλησίασαν . Ήταν μια τεράστια καλύβα . Κοίταξαν από το παράθυρο και τι να δουν;
Ατελείωτα ράφια με τρόφιμα. Τυριά όλων των τύπων , μορταδέλες , παστά χοιρινά . σακιά με στάρια και βρώμη και πολλά άλλα. Στη μέση της αποθήκης , γύρω από το στρωμένο τραπέζι με κάθε λογής μεζέδες καθόταν τα πρώην αφεντικά τους . Τα άκουσαν να κουβεντιάζουν για τις κλεψιές που έκαναν και να σχεδιάζουν τις επόμενες.
«Ευτυχώς που ξεφορτωθήκαμε και αυτά τα άχρηστα ζώα που είχαμε στη δούλεψή μας και τώρα θα μας μένουν περισσότερα τρόφιμα» έλεγαν.

Οι τέσσερις φίλοι αποφάσισαν να κρυφτούν πίσω από τους θάμνους και να σκεφτούν τι θα έπρεπε να κάνουν.
Σε μια στιγμή ο γάιδαρος είπε: « Το βρήκα! Ακούστε προσεκτικά το σχέδιο μου .»

Έτσι , λοιπόν, οι τέσσερις φίλοι πλησίασαν την πόρτα της αποθήκης . Ο γάιδαρος χαμήλωσε τα πόδια του και ο σκύλος ανέβηκε πάνω στο κεφάλι του . Ύστερα ο γάτος ανέβηκε με ένα πήδημα πάνω στο κεφάλι του σκύλου και τέλος ο κόκορας με ένα φτερούγισμα ανέβηκε πάνω στο κεφάλι του γάτου.

Με μια κλωτσιά ο γάιδαρος άνοιξε την πόρτα και άρχισαν όλοι μαζί , ο γάιδαρος να γκαρίζει, ο σκύλος να γαυγίζει, ο γάτος να νιαουρίζει και ο κόκορας να λαλεί.

Τα αφεντικά τα έχασαν. Νόμιζαν ότι έβλεπαν ένα τέρας της αποκαλύψεως και το έβαλαν στα πόδια.

Έτσι οι τέσσερις φίλοι έζησαν για πάντα ευτυχισμένοι στην καλύβα μέσα στο δάσος.

Μπορεί να μην έγιναν μουσικοί στην Βρέμη αλλά ίσως έτσι να ήταν καλύτερα.

Ποιος θα μπορούσε , πλέον, να αντέξει στην Βρέμη;

Για αυτό άλλωστε (ως ένδειξη ευγνωμοσύνης) ο Δήμος της πόλης έβαλε και το άγαλμα που βλέπετε σε κεντρικό σημείο της πόλης.
.
Πρόκειται, βέβαια, για το γνωστό παραμύθι των αδελφών Grimm σε διασκευή Trovatore για τις ανάγκες των καιρών.
.

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2010

Γλάστρες

"Όπου βλέπεις πολλές γλάστρες είναι για να κρύβουν την φτώχεια."
il trovatore
Το βοσκόπουλο θα το πληρώσει χρυσό.
Η βοσκοπούλα δεν φταίει γιατί δεν ασχολήθηκε ποτέ με φορολογικές δηλώσεις.
Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας θα μείνει για πάντα αφανής.

Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Βασίλης Άνθης "Το Άγημα»

Τον πρωτοείδα στα γραφεία μιας τοπικής εφημερίδας. Ήταν μέσα στο γραφείο του διευθυντή και μιλούσε έντονα και όρθιος .
Γέρος, μικροκαμωμένος , μυτερό άσπρο μουσάκι , μαύρο στρατιωτικό μπερέ και άσπρα μακριά μαλλιά ασυνήθιστα για ανθρώπους της ηλικίας του.
«Άλλος ένας διανοούμενος που ξέβρασε η θάλασσα στο νησί» σκέφτηκα.
Ο φίλος μου και διευθυντής της τοπικής εφημερίδας τον άκουγε προσεκτικά ακουμπημένος αναπαυτικά με τα χέρια πίσω από το λαιμό. Δεν άκουγα την συνομιλία . Μας χώριζε ένας τζαμένιος τοίχος.
Όταν τελείωσαν ρώτησα τον διευθυντή
«Ποιος ήταν αυτός;»,
« Ο Βασίλης ο Άνθης….» μου απάντησε, «….. ο γραμματέας της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Κέρκυρας του ΚΚΕ επί κατοχής».
Τάχασα . Τον κοίταγα σαν χαμένος. Νόμιζα ότι με δουλεύει.
«Τι μου λες; Και πού ήταν τόσα χρόνια;»
« Στην Τσεχοσλοβακία» μου απαντάει και συνεχίζει «Έφυγε μετά τον εμφύλιο, δούλεψε σαν δημοσιογράφος , ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, συνάντησε και τον Κάστρο, πήρε μέρος και στην Άνοιξη της Πράγας, εντάχθηκε στο ΚΚΕ Εσωτερικού και νάτον πάλι εδώ να με βασανίζει» .
«Και γιατί σε βασανίζει παρακαλώ;»
«Με βασανίζει… τρόπος του λέγειν. Θέλει να γράψει για το άγαλμα του Μεθόδιου .. ξέρεις του Δεσπότη επί κατοχής. Πρόκειται να του στήσουν κάποιο άγαλμα στην πλατεία και ο Βασίλης θέλει να αποδείξει ότι η στάση του έναντι των Εβραίων ήταν απαράδεκτη και ως εκ τούτου δεν του αξίζει μια τέτοια μεταχείριση. Σκοπεύει επίσης να εκδώσει και ένα βιβλίο με τίτλο «Ένα ταξίδι μια ζωή».

Έφυγα από τα γραφεία της εφημερίδας σκεφτικός. Σχεδόν είχα ξεχάσει τον λόγο για τον οποίο πήγα.

Ο Βασίλης έγραφε , μίλαγε σε δημοτικά συμβούλια, σε φοιτητικά αμφιθέατρα σε συγκεντρώσεις και εν τέλει τα κατάφερε και δεν δόθηκε η άδεια για την τοποθέτηση του αγάλματος του Μεθόδιου.
Ικανοποιήθηκε ο Βασίλη, απογοητεύτηκαν τα περιστέρια και τα φρικιά που έχασαν ένα ακόμα πόστο για να κάνουν την ανάγκη τους … αλλά έτσι συμβαίνει σε αυτόν τον κόσμο.

Μέσα σε όλη αυτήν την φασαρία δημιουργήθηκε ατύπως ένα «Άγημα» περί τον Βασίλη.
Το αποτελούσε ο Διευθυντής της εφημερίδας που λέγαμε, ένας μαθηματικός του ΚΚΕ, ένας οικονομολόγος του ΣΥΡΙΖΑ, ένας κριτικός κινηματογράφου και η αφεντιά μου.

Μας μάζευε στο σπίτι του και μιλούσαμε με τις ώρες. Σπάνια μίλαγε για το παρελθόν . Συνήθως μιλούσαμε για τα γεγονότα των ημερών. Μας κερνούσε και ένα ποτό από την Τσεχοσλοβακία που έμοιαζε με λικέρ αλλά σε χτύπαγε στο δεύτερο ποτήρι. Ψήναμε και ψάρια που έφερνε ο γαμπρός του.

Μετά άρχισαν τα νοσοκομεία.
Το τέλος του ταξιδιού , φαινόταν ότι ελάμβανε τέλος.

Ένα βράδυ ήμουν σπίτι του , καθόμουν σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι και του διάβαζα κάτι από μια εφημερίδα. Σε μια στιγμή μου έκανε νόημα με το χέρι να σταματήσω.
«Κουράστηκα..» μου λέει «…Πάρε εκείνο το χαρτοκιβώτιο και άσε με να κοιμηθώ…»
«… α.. και πριν φύγεις Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα γίνουν όλα όπως σας είπα» .
«Τώρα τι κουβέντα θέλεις να ανοίξουμε;…» του απάντησα ενοχλημένος. «… εντάξει θα γίνουν όλα έτσι που είπες».

Έφυγα με ένα σφίξιμο στο πέτο…. έξω έβρεχε …. έπρεπε να πάω και στο Θέατρο …. είχε συγκέντρωση ο Σύριζα και με είχανε καλεσμένο.

Στα σκαλιά του Θεάτρου συναντάω τον οικονομολόγο με ένα τεράστιο μποκέ λουλούδια και με ανήσυχο βλέμμα.
«Τάμαθες …» μου λέει «…Πέθανε ο Βασίλης»
«Μα τι λες τώρα; Από εκεί έρχομαι.»
«Ναι σου λέω.. με πήρε τηλέφωνο η κόρη του πριν από ένα λεπτό»
« Και τι κάνουμε τώρα;» ρωτάω αμήχανα.
« Πήρα αυτά τα λουλούδια για το τραπέζι του ομιλητή αλλά επειδή δεν μου αρέσουν τα μούτρα του λέω να πάμε να τα καταθέσουμε στο λιμάνι .. στο μνημείο των πεσόντων.» μου απαντάει.

Έτσι λοιπόν βρεθήκαμε να περπατάμε μέσα στην βροχή ο ένας πίσω από τον άλλον και χωρίς ομπρέλες.
Μπροστά πήγαινε ο οικονομολόγος , ακολουθούσα εγώ και ο κριτικός κινηματογράφου και πιο πίσω μια φοιτήτρια που έτυχε και μας άκουσε και ήρθε μαζί μας.

Φτάσαμε στο κατασκότεινο λιμάνι μούσκεμα ως το κόκκαλο. Ο Οικονομολόγος πήδησε το σιδερένιο φράχτη….. πιάστηκε και το παντελόνι του και σχίστηκε στις λόγχες…

Μέσα στο σκοτάδι κατευθύνθηκε σε λάθος μνημείο….. αν δεν του φωνάζαμε θα κατέθετε τα λουλούδια στο μνημείο του Ναύαρχου Ουζάκωφ ….
Επιτέλους επέστρεψε σώος και βλαστημώντας που κατέστρεψε το καλό του παντελόνι.

Ήπιαμε και μια μπύρα στο «Μαύρο Γάτο» που ήταν ανοικτός (ω Του Θαύματος) και το διαλύσαμε.
Έπρεπες να σκεφτούμε και να καταθέσουμε προτάσεις για την τελετή στην επόμενη «μάζωξη» του Αγήματος.

Οι εντολές του Βασίλη ήταν ρητές και κατηγορηματικές « Θέλω να με κάψετε και τη στάχτη μου να την σκορπίσετε στο Λαζαρέτο… εκεί είναι θαμμένοι οι σύντροφοι μου.»
Πήγαμε να αστειευτούμε … «και που να σε κάψουμε ρε Βασίλη … στο τζάκι;» .
Μας κοίταξε αυστηρά , δεν σήκωνε κουβέντα. «Έχω αφήσει λεφτά σε ένα λογαριασμό θα με πάτε στο εξωτερικό και εν συνεχεία θα κάνετε μια τελετή όπως θέλετε αρκεί να μην έρθουν παπάδες και κυρίως ο δεσπότης.»

Έτσι λοιπόν βρεθήκαμε σε ένα μικρό πλοιάριο προς το Λαζαρέτο. Ο Δήμαρχος έβγαλε ένα λόγο (του το χρώσταγε ο Βασίλης γιατί δεν έδωσε την συγκατάθεση του για το άγαλμα).

Στη συνέχεια ακούσαμε και ένα απόσπασμα από την φωνή του Βασίλη σε μια ραδιοφωνική εκπομπή. Μίλαγε για την εποχή που μετέφεραν τους Εβραίους απέναντι .
«....Ο Πατέρας με ρωτούσε: Πώς θα ξέρω ότι φτάσατε καλά;»
«Αν δεν ακούσεις το πολυβόλο του καϊκιού να ρίχνει θα πει ότι είμαστε καλά» του απάντησα εγώ .»

«Λυπάμαι ..» συνέχισε ο Βασίλης « … γιατί δεν μπόρεσα από τότε να τον συναντήσω και να του ζητήσω συγνώμη για την αγωνία του όπου περίμενε όλη νύχτα κρεμασμένος από το παράθυρο με τεντωμένα τα αυτιά».

Είπε και δύο τραγούδια, ένας φοιτητής με μια κιθάρα. Το ένα ήταν μια ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη η στον Τσε Γκεβάρα …θα σας γελάσω.
Ένας σύντροφος έριξε και τρείς τουφεκιές .

Κάποιος ψαράς που περνούσε τυχαία με τη βάρκα του , μόλις κατάλαβε τι γίνεται, έριξε τις φωτοβολίδες της βάρκας στον αέρα.

Εκείνη την στιγμή η κόρη του Βασίλη , μέσα από μια βάρκα γεμάτη με δίχτυα, σκόρπιζε την στάχτη στην θάλασσα.

Μπήκα στο πλοιάριο με το ίδιο σφίξιμο στο πέτο .

Από κάτω οι μικρές κυανές φωνές μυριάδες και στο βάθος ξεπρόβαλε το φρούριο ωσαν μεγάλη λευκή κεφαλή Ποσειδώνος.

Σας κούρασα σήμερα , αλλά έχω και εγώ τις υποχρεώσεις μου.