Ένας τροβαδούρος βορειοδυτικά του Ρίο Πέκος με ελάχιστα αποθέματα τροφής , αντοχής , ανοχής και με ξεκούρδιστη την σολ

Τετάρτη, 21 Φεβρουαρίου 2018

Το εικονοστάσι


Έχω φτιάξει πολλά εικονοστάσια .
Τα βλέπω στις άκρες του δρόμου καθώς περνάω.
Τα εικονοστάσια με ταξιδεύουν στο πρόσφατο εργασιακό μου παρελθόν καθώς οδηγώ.
Θυμάμαι μια γριούλα από τσου Σγουράδες.
Ήθελε ένα εικονοστάσι να το βάλει στην άκρη του δρόμου σε μια στροφή που είχε σκοτωθεί ο άντρα της.
Είχε πέσει με το τρίκυκλο σε ένα γκρεμό.
Το εικονοστάσι έκανε είκοσι χιλιάρικα (δραχμές).
Την Παρασκευή ήρθε. Άνοιξε με αργές τελετουργικές κινήσεις το φάκελο με τη σύνταξη και μου μέτρησε τα μισά λεφτά.
«Θα με πληρώσεις όταν το φέρω στο χωριό» της είπα.
Την άλλη Κυριακή πήγα στην στροφή που μου είπε και το έβαλα .
Ευτυχώς δεν έκανα λάθος στην στροφή.
Έφυγα χωρίς τα λεφτά.
Η Γριούλα με έψαχνε για καιρό να με πληρώσει.
Τελικά πληρώθηκα με το ζόρι με ένα ντενεκέ λάδι και ένα μποτιλιόνι κρασί.
Μέχρι τότε νόμιζα ότι τα εικονοστάσια είναι τάματα στους Θεούς για την ψυχή των σκοτωμένων στις αμέτρητες στροφές της ζωής.
Κάποτε έμαθα ότι τοποθετούνται και ως ευχαριστήριο στους Θεούς του καθενός που τον προστάτευαν από ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα.
Για κάποιο λόγο οι Θεοί άλλους τους παίρνουν στον παράδεισο τους και άλλους τους αφήνουν να ζήσουν λίγο ακόμα .
Τα κριτήρια για την απόφαση των Θεών την κρίσιμη στιγμή παραμένουν ανεξιχνίαστα.
Λογικά θα πρέπει να παρακαλάς να σκοτωθείς στην επόμενη στροφή και να πάς στον παράδεισο της αιώνιας ευδαιμονίας.
Αντί αυτού τους ευχαριστείς που σε άφησαν εδώ κάτω να κυλίεσαι στο βούρκο.
Κανονικά θα έπρεπε κάθε που οι Θεοί παίρνουν κάποιον στον Παράδεισο να κάνει το χωριό πανηγύρι και κάθε που γλυτώνεις από τροχαίο να κερνάς ποτό με κόλλυβα στα μπαράκια το βράδυ.
Κάτι τέτοια σκεφτόμουν τις προάλλες στο εικονοστάσι του Βίκου.
Εκεί ανάμεσα στα φοβερά γκρεμνά σε ένα μονοπάτι που χωράνε με το ζόρι οι δυο πατούσες σου , σε μια στροφή, υπάρχει ένα πέτρινο Εικονοστάσι.
Προφανώς κάποιος πήρε ανοιχτά τη στροφή.
Κοίταξα κάτω.
Αν έπεσε στον Βοϊδομάτη μάλλον θα βρήκαν το πτώμα του στην Ηγουμενίτσα σκέφτηκα .
Τυχερός. Δωρεάν ράφτινγκ στον Βοϊδομάτη και δωρεάν αιώνια διαμονή στον παράδεισο.
Χτές ήρθε και με βρήκε μια παλιά συντρόφισσα της εποχής του (ενός και μοναδικού) ΚΚΕ.
Ήθελε «τιμές» για ένα εικονοστάσι.
Κινδύνεψε σε τροχαίο να βρεθεί στον παράδεισο και φαίνεται ότι οι Θεοί την προστάτεψαν.
« Δεν κάνω πια εικονοστάσια» της είπα.
«Θα σε πληρώσω» μου είπε.
«Πουλάνε έτοιμα εικονοστάσια στο LDL” της απάντησα.
«Αλήθεια!» με ρώτησε έκπληκτη.
«Βεβαίως!.... Μάλιστα, οι πιο πιστοί κομμουνιστές παίρνουν καμιά δεκαριά στο πόρτ μπαγκάζ και κάθε που αποφεύγουν έναν κίνδυνο βγαίνουν από το αυτοκίνητο με την βαριοπούλα στο χέρι και καρφώνουν και ένα εικονοστάσι στην άκρη του δρόμου.
Την θυμάμαι πάντα σίγουρη αλλά αυτή τη φορά είδα στα μάτια της την αμφιβολία.

Κάτι είναι και αυτό.

Κυριακή, 21 Ιανουαρίου 2018

Η Επανάσταση των γαιδάρων



Ο Θοδωρής γεννήθηκε στην Κέρκυρα από μάνα Κερκυραία και πατέρα Ηπειρώτη.


Έτσι συμβαίνει συνήθως.


Σπάνια θα δεις Κερκυραίο να παντρεύεται Ηπειρώτισσα.


Συνήθως ο φιλότιμος , υπομονετικός και εργατικός Ηπειρώτης μπλέκεται στα δίχτυα μιας τσαχπίνας και λουσάτης Κερκυραίας με ελάχιστες αντιστάσεις στους πειρασμούς.


Ο Πατέρας του Θοδωρή ήρθε στην Κέρκυρα σε νεαρή ηλικία και δούλεψε σκληρά ως αχθοφόρος στου μακαρίτη του Περικλή επί σαράντα συναπτά έτη χωρίς ένσημα.


Τα χρόνια εκείνα οι γάιδαροι δεν κολλούσαν ένσημα με αποτέλεσμα μια ολόκληρη γενιά γαιδάρων να λιμοκτονεί στα γεράματά της.


Ο Θοδωρής στην αρχή κουβάλαγε σακιά με ελιές και ξύλα και ότι άλλο μπορείς να φανταστείς.


Μια φορά κουβάλησε και ένα φορτίο αυγά από τ΄ Αγύρου στον Ύψο.


Αργότερα που ήρθαν οι καμιονέτες του βάλανε σαμάρι και κουβάλαγε Ξερακιανές Αγγλίδες τουρίστριες.


Ακολούθησαν οι πιο μαύρες μέρες της επαγγελματικής του καριέρας όπου κοψομεσιάστηκε κουβαλώντας Γερμανίδες τουρίστριες με κυτταρίτιδα.


Λίγο που οι καμιονέτες κυριάρχησαν στην αγροτική ζωή του τόπου, λίγο που οι γάιδαροι γίνανε τουριστικά très banal έμεινε ο Θοδωρής άνεργος στα γεράματα.


Μετά τον θάνατο του Περικλέους ο γιός του ο Ηρακλής ανέλαβε αφεντικό του ανέργου Θοδωρή.


Ο Ηρακλής , μαζί με την τεράστια περιουσία του Περικλή κληρονόμησε και έναν άνεργο γάιδαρο.


Η μοίρα του Θοδωρή φαινόταν προδιαγεγραμμένη ώσπου ο Ηρακλής ανακάλυψε τα ΕΣΠΑ.


Ας πάρουμε όμως τα πράματα από την αρχή.


Οι Γερμανίδες τουρίστριες που τις κουβαλούσε ο Θοδωρής στη πλάτη του είχανε εντωμεταξύ γίνει ευρωβουλευτίνες των Πρασίνων και μάθανε ότι κινδυνεύει να χαθεί το είδος (των γαιδάρων).


Ανασύρθηκαν μνήμες από τα νεανικά τους χρόνια και τις διακοπές τους στα Ελληνικά νησιά και βάλανε βέτο στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.


Σκιάχτηκαν οι Βρυξέλες και για να γλυτώσουν από τις "οικολόγριες" κάνανε ένα νόμο για την σωτηρία των γαιδάρων.


Ο Νόμος ευχόταν να διασωθεί το είδος (των γαιδάρων) διά μέσω της χρησιμοποίησής τους ως παραγωγών γάλακτος έτσι ώστε και το οικονομικό κίνητρο να υπάρχει και να μην διαταραχτεί η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.


Διέδωσαν δε μέσω επιστημόνων ότι το γάλα της γαϊδάρας είναι πιο ωφέλιμο για τα παιδιά από το γάλα της μάνας τους και τοιουτοτρόπως απενοχοποίησαν και τις μαμάδες ψηφοφόρους τους που δεν θηλάζουν τα παιδιά τους για λόγους αισθητικής.


Το πρόβλημα όμως ήταν ότι και έτσι το μοντέλο «έμπαζε» .


Οι Γαϊδάρες δεν είναι αγελάδες ούτε κατσίκες.


Κάνουν λίγο γάλα και αυτό το δίνουν στα γαϊδουράκια τους.


Έτσι το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν πανάκριβο στην αγορά, χώρια που ο παραγωγός που έπαιρνε το γάλα της γαϊδάρας θα ήταν υποχρεωμένος να ταΐζει τα γαϊδουράκια με Νουτρίτσια.


Αυτό όλο το παρασκήνιο δεν τόξερε ο Ηρακλής.
Διάβασε μόνο τις επικεφαλίδες και αποφάσισε να κάνει επιχείρηση εκτροφής γαιδάρων επιδοτούμενη από τα ΕΣΠΑ για την «σωτηρία του είδους» και αυτού του ιδίου.


Οι «εγκαταστάσεις της επιχείρησης» του Ηρακλή έγιναν έξω από το χωριό σε ένα χτήμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του τον Περικλή.


Σύντομα το κοπάδι των γαιδάρων έφτασε τα 20 κεφάλια.


Η αυστηρή οδηγία προέβλεπε ότι οι Γάιδαροι θα έπρεπε να έχουν δωρεάν στέγη, τροφή, καθαριότητα και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.


Έτσι ο Ηρακλής έγινε το αφεντικό 20 γαιδάρων.


Τα πράγματα όρχησαν να περιπλέκονται ακόμα περισσότερο όταν ο Περικλής ανακάλυψε ότι «αλλιώς του τάχανε πεί» .


Δεν έφτανε που επιδότηση άκουγε και επιδότηση δεν έβλεπε άρχισε και το δούλεμα στο καφενείου του χωριού όπου ετέθησαν πλέον τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα του προβλήματος.


«Κατά ποίαν έννοιαν ο Ηρακλής ήταν το αφεντικό και κατά ποίαν ο Θοδωρής υπηρέτης».


Μήπως θα έπρεπε να αναθεωρηθούν οι έννοιες;


Το δούλεμα προς τον Ηρακλή είχε βάση διότι οι γάιδαροι άρχισαν να συνηθίζουν στην νέα κατάσταση και τα νέα γαϊδουράκια άκουγαν τρομακτικές ιστορίες με σαμάρια από τους γονείς τους για να τρώνε το φαί τους αλλά δεν γνώριζαν τι «παραπεί σαμάρι».


Ο Ηρακλής βρέθηκε παγιδευμένος.


Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τους γαιδάρους διότι  ο νόμος για την προστασία των ζώων ήταν αυστηρός αλλά και δεν ημπορούσε να δηλώνει αφεντικό από την στιγμή που είχε μετατραπεί σε υπηρέτη γαιδάρων.


Ώσπου κάποια μέρα ξέσπασε η ιστορικής σημασίας «Επανάσταση των γαιδάρων» στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης.


Για την ακρίβεια δεν επρόκειτο για καμιά αιματηρή εξέγερση αλλά μάλλον για έναν καυγά λόγω ερωτικής αντιζηλίας.


Το θέμα είναι ότι γκρέμισαν τον φράχτη της επιχείρησης.


Ο δυστυχής Ηρακλής αναθάρρεψε διότι σου λέει: «αν τα αφεντικά το εκμεταλλευτούν και φύγουν θα γλυτώσω και εγώ γιατί τι υπηρέτης θα είμαι χωρίς αφεντικά;»


Οι νεότεροι γάιδαροι είναι αλήθεια ότι βγήκαν από το φράχτη από περιέργεια και έκαναν την βόλτα τους αλλά ποιός αφήνει τα σίγουρα για να γυρνάει τσου λόγγους σαν την άδικη κατάρα;


Έτσι που λες αγαπητέ αναγνώστη.


O Ηρακλής συνεχίζει μέχρι σήμερα να καθαρίζει και να εμπορεύεται την «Κόπρο του Αυγείου» που, εδώ που τα λέμε, είναι και το μόνο έσοδο της επιχείρησης και οι γάιδαροι ζουν μέσα στην ρουτίνα αναζητώντας κάποια δημιουργική απασχόληση.


Κάποιος σκέφτηκε να αναθέσουν του Ηρακλή καμιά δεκαριά άθλους να δούνε αν θα τα καταφέρει.


Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Ένας ανεπαίσθητος θάνατος στην καρδιά του χειμώνα



Η Μάγδα  πέθανε πριν λίγες μέρες.

Το έμαθα από την κυρία Ειρήνη χτές το πρωί στη λαϊκή.

Την άκουσα να το λέει σε εκείνη την Αλευκιμιώτισσα με την μαντήλα που πουλάει αγριολάχανα.

Πέρασα  να δώ και το κηδειόχαρτο για να βεβαιωθώ.

Ήταν κολλημένο στον τοίχο του ξενοδοχείου «Ερμής» πίσω από εκείνον τον χωριάτη με το καροτσάκι που πουλάει αγουρέλαιο, κρασί, αυγά και σκόρδα.

Είχα γνωρίσει την Μάγδα όταν έκανε χρέη διαχειρίστριας στην πολυκατοικία της «Μητροπολίτου Μεθοδίου».

Ο Μητροπολίτης Μεθόδιος έγινε διάσημος διότι κατά την διάρκεια της κατοχής έβαλε το χεράκι του για να ξεπαστρέψουν οι Ναζί τους Εβραίους.

Έλαβε ως αμοιβή τόπια υφάσματος από μαγαζιά Εβραίων.

Τα χρωματιστά πουλήθηκαν για την ενίσχυση της εκκλησίας.

Τα μαύρα χρησιμοποιήθηκαν για την ραφή ράσων της χριστιανοσύνης.

Η Μάγδα , αντιθέτως,  δεν έγινε διάσημη ούτε και κανένας δρόμος πήρε το όνομα της.

Το μεγαλύτερο αξίωμα που απέκτησε στην ζωή της ήταν «Διαχειρίστρια πολυκατοικίας».

Στην γενική συνέλευση των ιδιοκτητών κανείς δεν φαινόταν διατεθειμένος να αναλάβει την διαχείριση της πολυκατοικίας της οδού Μητροπολίτου Μεθοδίου και έτσι ανέλαβε η Μάγδα.

Εκτός από διαχειρίστρια ήταν και καθαρίστρια και απεντομωτής και θυρωρός και φαρμακείο και σταθμός πρώτων βοηθειών και συγγραφέας ανακοινώσεων και οικιακή βοηθός  και μπέιμπι σίτερ.

Η Μάγδα ήταν η ψυχή της πολυκατοικίας.

Έμενε σε μια γκαρσονιέρα στον δεύτερο που είχε μετατρέψει σε δυάρι όσο ζούσε με τον άντρα της και την κόρη της.

Ο άντρας της  "ήταν γεννημένος για μεγάλα πράματα" και  έφυγε «να φτιάξει τη ζωή του επειδή δεν άντεχε άλλο την μιζέρια της πολυκατοικίας της Μητροπολίτου Μεθοδίου».

Η κόρη της πήγε στην Αθήνα για «σπουδές» και κατέληξε σε θεραπευτική κοινότητα  απεξάρτησης τοξικομανών.

Η Μάγδα έμεινε μόνη της να διαχειρίζεται τις τύχες ολάκερης πολυκατοικίας.

Με φώναξε να αλλάξω τους σάπιους σωλήνες σε ένα πλημμυρισμένο μηχανοστάσιο – κόλαση.

Έβαλε γαλότσες και ανέλαβε βοηθός μου.

Έφερνε και τυρόπιτες με φυσικό χυμό  για μαρέντα .

Είχε βάλει δυο τρία τελάρα στο στενό διάδρομο του μηχανοστασίου και τον είχε μετατρέψει σε τραπεζαρία.

Μέχρι τραπεζομάντηλο έφερε.

Αν δεν την σταματούσα ήταν ικανή να βάλει και κεριά.

Ωραίος τύπος η Μάγδα.

Έξυπνη γυναίκα και δραστήρια.

Καθάριζε καμιά δεκαριά πολυκατοικίες στην ευρύτερη περιοχή και έβγαζε «τα προς το ζείν» όπως έλεγε.

Απέκτησε και «ειδικό» κινητό με κουμπιά και μεγάλα νούμερα για να τα βλέπει.

Δεν τα μπορούσε «αυτά  της αφής».

Έριξε και το μοροφίντο και έκανε το δυάρι μεγάλη γκαρσονιέρα .

«Ποιος να ρθεί»

Θυμάμαι όταν μαζεύαμε ρούχα και τρόφιμα για τους πρόσφυγες έβγαλε ανακοίνωση στην πολυκατοικία .

Δεν περίμενε κάποια ιδιαίτερη ανταπόκριση.

Την άλλη μέρα η είσοδος γέμισε με χαρτοκιβώτια.

Βοηθήσανε μερικές κοπέλες και τα φορτώσανε σε φορτηγό.

Αργότερα την είδα να πρωτοστατεί σε μια συναυλία.

Το εγγονάκι μιας φίλης της χρειαζόταν χρήματα για να μεταφερθεί στο εξωτερικό για νοσηλεία.

Η Μάγδα ήταν πάντα βιαστική στο δρόμο.

Πάντα είχε κάποια δουλειά.

Σπάνια δική της.

Όταν πέθανε, ούτε εγώ δεν πήγα στην κηδεία.

Δικαιολογήθηκα μέσα μου .. το έμαθα μερικές μέρες αργότερα..τι να γίνει; .

Αποφεύγω να κοιτάω κηδειόχαρτα… Δεν ξέρω…. Σαν αν μην με αφορούν η σαν να μην θέλω να χαλάσω τον απογευματινό μου περίπατο.

Μεγάλη καρδιά η Μάγδα, αλλά με πρόβλημα στο αριστερό μυοκάρδιο.

Σπάνιο για γυναίκα.

Στην καρδιολογική κλινική οι περισσότεροι ήταν άντρες.

Ελάχιστοι επισκέπτες. Κυρίως για να βγάλουν την υποχρέωση.

Θα μου πείτε:

«Δεν ανακάλυψε και  την πενικιλίνη!»

Σύμφωνοι. Η Μάγδα μπορεί να μην ανακάλυψε την πενικιλίνη αλλά πάνω στην πλάτη της πατήσανε όλες οι πρωτοπορίες.

Σκέφτομαι ότι μάλλον έτσι έπρεπε να γίνει. 
Φαίνεται ότι  μας ταιριάζει ακόμα αυτός ο ανεπαίσθητος θάνατος της Μάγδας.
Ίσως να μην μας αξίζει ακόμα να την θυμόμαστε.

Άρχισε πάλι να βρέχει.

Όπου νάναι θα λειώσει και το κηδειόχαρτο στον τοίχο του ξενοδοχείου «Ερμής».
...

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Η Κικηκόπιτα



Ήτανε μια εποχή που η Κικηκόπιτα ήταν ιδανικό.
Ένα όνειρο  του κάθε στερημένου.
Αντικείμενο του πόθου.
Αιτία για να βρεθείς φυλακισμένος στην απομόνωση σε ένα υγρό   και σκοτεινό   καταγώγιο .

Μπορούσε να ανταγωνιστεί επαξίως την εικόνα μιας γυναίκας με μπουρνούζι που μόλις είχε βγει από την κατάλευκη και αχνίζουσα μπανιέρα.

Ας πάρουμε τα πράματα όμως από την αρχή.

Η Κικηκόπιτα έχει ως βάση μια στρώση τηγανισμένες πατάτες σε ροδέλες.
Από πάνω ακολουθεί μια στρώση από πιπεριές διαφόρων χρωμάτων.
Στην συνέχεια χτυπιούνται ανηλεώς τα αυγά μαζί με καυτερό μπούκοβο και διάσπαρτα κομματάκια χωριάτικο τυρί.
Το εκρηκτικό μείγμα περιχύνεται εντέχνως πάνω στις τηγανισμένες πατάτες και τις πιπεριές και το ταψί εισάγεται τελετουργικώς στον μαντεμένιο φούρνο με τα ξύλα να σιγοκαίνε.

Πρέπει να υπάρχει κάποιο επιπλέον μυστικό διότι κανείς δεν μπορούσε να την πετύχει όπως η κυρία Κική.

Η Κυρία Κική ήταν μια μαυροφορεμένη ηπειρώτισσα που κανείς δεν εγνώριζε την αιτία του πένθους της και κανείς δεν την έμαθε ποτές.

Έγιναν άπειρες εικασίες για το πένθος της Κυρίας Κικής.

Ο Άντρας της ζούσε . Τα αδέλφια της επίσης . Τα παιδιά της είχαν μετακομίσει στα Γιάννενα αλλά αυτός δεν θα μπορούσε να ήταν λόγος για να βάλει μαύρα.

Οι πιο ευφάνταστοι υπέθεσαν ότι ένας επαρκής λόγος θα μπορούσε να ήταν ένας μεγάλος και ανικανοποίητος έρωτας των νεανικών της χρόνων .

Κατόπιν προτάσεώς μου συμφωνήσαμε σιωπηρώς στο συμπέρασμα   ότι η Κυρία Κική  πενθούσε γενικώς κατά τον τρόπο και τα έθιμα των Ηπειρωτών που δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος για να πενθεί κανείς.

Η Πενθούσα (και συμπαθεστάτη)  Κική μετέτρεψε ένα  σταύλο που κλερονόμησε  σε ταβέρνα απέναντι από το στρατόπεδο.

Στην αρχή η ταβέρνα  είχε τα πάντα.

Τελικά η «αγορά»  την υποχρέωσε να κάνει μοναχά Κικηκόπιτες , πατάτες τηγανιτές και τυρί χωριάτικο με λάδι  ρίγανη και πιπέρι μαύρο.

Ο κόσμος του στρατοπέδου ήταν χωρισμένος ταξικά ως εξής.

Οι εξαθλιωμένοι δεν μπορούσαν ούτε να πατήσουν το ποδάρι τους «στης Κικής».

Οι φτωχοί τρώγανε μία πατάτες.

Η μεσαία Τάξη έπαιρνε και τυρί .

Η «Πλουτοκρατία»   έτρωγε από μια Κικηκόπιτα και πάνω με τυρί χώρια και κρασί χωριάτικο.

Οι σημαντικότεροι οραματιστές της Κικηκόπιτας κατοικούσαν στο ακριβώς απέναντι μου κρεβάτι.

Επάνω κοιμότανε ο Πατρινός  και από κάτω ένας μυστήριος τύπος από  την Καρδίτσα που ότι του ζητούσες το βρίσκε.

Ο Πατρινός ήταν τελείως απείθαρχος και ακατάστατος .

Ο Καρδιτσιώτης ήταν σχολαστικός  νοικοκυρεμένος  και πειθαρχημένος.

Ήταν σχεδόν αδύνατο να τους δεις χώρια . Όπου έβλεπες τον  ένα,  σίγουρα σε πολύ μικρή απόσταση, θα έβρισκες και τον άλλον.

Ήταν συνέχεια τσακωμένοι και συνέχεια μαζί. Σαν να τους έτρεφαν οι καυγάδες τους .
Το μοναδικό κοινό τους σημείο ήταν η Κικηκόπιτα . Σε όλα τα άλλα διαφωνούσαν. Παρόλα αυτά ήταν το πιο αχώριστο ζευγάρι του στρατοπέδου.
Τα βράδια ο Καρδιτσιώτης  αφηγούνταν όνειρα με Κικηκόπιτες  και έκανε διάφορες υποθέσεις για την πολυτάραχη ιστορία της κυρίας Κικής.

Ο Πατρινός  δεν έλεγε πολλά αλλά μετά το «σιωπητήριο» πήγαινε δήθεν για κατούρημα και τον χάναμε.

Είχε ανοίξει μια τρύπα με πένσα στο συρματόπλεγμα του στρατοπέδου , λάδωνε και τον φρουρό με κανένα τσιγάρο και κατέληγε στην Κικηκόπιτα.
Τονε φέρνανε τα «Καρακόλια» αλλά μπρατσάντε και το πρωί στην αναφορά ο διοικητής τον έστελνε  στο πειθαρχείο.

Διέσχιζε το προαύλιο συνοδευόμενος από τον επιλοχία ευθυτενής , αγέρωχος, περήφανος και σοβαρός σαν τον Στήβ Μακ Κουήν στην Μεγάλη απόδραση.

Έλεγε ότι δεν τον ενδιέφερε η άδεια. Του αρκούσε μια δίωρη. Ίσα για να πεταχτεί απέναντι στης Κικής.

Η Πάτρα «ήταν μακριά»  και το χειρότερο,  έπρεπε μετά το κουραστικό ταξίδι να περάσει και απέναντι με το φέρυ μπώτ που τονε «χάλαγε» και έφτανε τελικά στο σπίτι του ξερνοβολώντας Κικηκόπιτες.

Το  δεύτερο όραμα του μετά την Κικηκόπιτα ήταν να γίνει μια γέφυρα Ρίο - Αντίριο.

Τον κοίταγαν όλοι και κουνούσαν το κεφάλι τους.

«Γίνονται τέτοια πράματα;»

Ο Μόνος που τον καταλάβαινε κάπως ήταν ο Καρδιτσιώτης.
«Μην είσαστε μαλάκες ρε … Θα γίνει κάποτε αλλά δεν θα γίνει επειδή  το θέλουνε οι Πατρινοί. Θα γίνει όταν μπορεί να γίνει»

Προχτές είπα να δοκιμάσω ξανά.

Πήρα όλα τα υλικά και ξεκίνησα να φτιάξω μια Κικηκόπιτα.

Όσο την ετοίμαζα ήμουν σίγουρος ότι επιτέλους τώρα θα τα καταφέρω.

Τίποτα.

Ξανά η απογοήτευση.

Η Κικηκόπιτα μπορεί να  είχε κάποιο μυστικό που το πήρε μαζί της η Κική.
Μπορεί πάλι τα σημερινά υλικά να είναι άχρηστα.
Υπάρχει και η περίπτωση να πεινάγαμε πολύ τότε.

Μπορεί να συμβαίνουν και όλα μαζί.

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Κάτω ο χρόνος

Όταν  ήμουν μικρός δούλευα σε ένα μηχανουργείο στον Νέο Κόσμο.

Σε μια πάροδο της Λεωφόρου Συγγρού του ευεργέτου.

Φτιάχναμε μικρά μηχανήματα τυπογραφείου, τα περισσότερα χειροκίνητα.

Μια φορά και τόσο με έστελνε το αφεντικό με κάτι χαρτιά στην Μπουμπουλίνας που ήτανε τα γραφεία της ασφάλειας . Ανέβαινα στον τρίτο όροφο και τα παρέδιδα στο «γραφείο τύπου».

Μια μέρα καθώς ανέβαινα τις σκάλες, μπροστά μου ανέβαιναν δύο άντρες και στη μέση κράταγαν από τις μασχάλες μια γυναίκα .

Τα πόδια της γυναίκας ήταν γυμνά και ματωμένα. Σε κάθε σκαλί χτυπούσαν στο επόμενο σαν παράλυτα.

Ταράχτηκα.

Όταν γύρισα πίσω το είπα στο αφεντικό.

Με κοίταξε αυστηρά και μου είπε: «Μην πεις σε κανέναν τίποτα θα βρούμε το μπελά μας».

Εκείνες τις μέρες μου είχε δώσει ένας από το μηχανουργείο ένα βιβλίο χωρίς εξώφυλλα και κακομεταχειρισμένο. 
Επρόκειτο για ένα θεατρικό έργο που δεν καταλάβαινα τι ήθελε να πει.
Απορούσα με το συνωμοτικό ύφος  του .  
Σχεδόν με όρκισε να μην πω πουθενά τίποτα σε σχέση με το βιβλίο.

Εκείνες τις μέρες τα μυστικά ήταν περισσότερα από τα φανερά.

Μια μέρα , εκεί που δουλεύαμε αμέριμνοι στους πάγκους με καλά κρυμμένα τα μυστικά μέσα μας,  μια τρομερή έκρηξη έσπασε τα τζάμια του μηχανουργείου.
Βγήκαμε έξω και στην μέση του δρόμου ένας άνδρας σφάδαζε μέσα στα αίματα.

«Βάλανε βόμβα στον σκουπιδοτενεκέ!»

Η Βόμβα έσκασε στα χέρια ενός εργαζόμενου  του σούπερ μάρκετ  του αμερικάνικου στρατού που βρισκόταν απέναντι από το μηχανουργείο.

Οι εφημερίδες δεν έγραψαν τίποτα . Οι γείτονες έκλεισαν τα στόματα τους ακόμα περισσότερο.

Κανείς δεν έμαθε τι απέγινε ο τραυματίας και εάν έζησε.

Άλλο ένα μυστικό που έπρεπε να θαφτεί όσο πιο βαθειά γινόταν.

Έτσι έμαθα ότι η «Χούντα ήταν κακό πράμα».

Εάν με ρώταγε κανένας « τι είναι η χούντα» δεν θα ήξερα τι να του απαντήσω.

Ξεκίνησα να τυπώνω προκηρύξεις «κατά της χούντας».

Έκλεψα ένα παλιό χειροκίνητο πιεστήριο για δοκιμές που είχαμε πετάξει στην πίσω αυλή. 
Πήρα και από ένα τενεκέ άχρηστα τυπογραφικά στοιχεία που τα είχαμε  για να κάνουμε δοκιμές και τα μετέφερα με άκρα μυστικότητα στο υπόγειο ενός ακατοίκητου νεοκλασικού στην γειτονιά μου.

Εκεί, στο ημιυπόγειο του ακατοίκητου σπιτιού έστησα το τυπογραφείο μου ανάμεσα από παλιά έπιπλα και αποθηκευμένα κουτιά.

Οι προκηρύξεις μου ήταν εξαιρετικά ολιγόλογες.  «Κάτω η χούντα»  σε μικρά χαρτάκια. Τίποτε άλλο.

Άλλωστε δεν ήξερα και τίποτε άλλο.

Τις μοίραζα την νύχτα κάτω από τις πόρτες.

Κανείς δεν ήξερε αυτό το τρομερό μυστικό μου.

Αργότερα έμαθα ότι ήμουν ο μόνος από όλες τις μεγάλες αντιστασιακές οργανώσεις που τύπωνα με τυπογραφικά στοιχεία.

Οι σπουδαίες οργανώσεις τύπωναν με σφραγίδες που τις φτιάχνανε από Τσέλ Κρέπ. Δηλαδή από ένα ελαστικό υλικό που χρησιμοποιούσαν οι τσαγκάρηδες για να κάνουν λαστιχένιες σόλες.

Ήμουν έτη φωτός μακριά.

Δεν είχα ακριβή συναίσθηση του κινδύνου.

Αν με  έπιαναν θα με έγδερναν ζωντανό.

Ευτυχώς έπεσε η χούντα πριν με πιάσουν και έτσι γλύτωσαν μεν τα βασανιστήρια αλλά δεν έγινα και ποτέ επώνυμος αντιστασιακός.

Με τούτα και με κείνα μου έμεινε το κουσούρι και όλο κάτι ήθελα να γκρεμίσω.

Λίγα χρόνια αργότερα έγινα «εκδότης» μιας εργατικής εφημερίδας και έγραφα πύρινα άρθρα που περιελάμβαναν οπωσδήποτε την φράση «Κάτω το Κεφάλαιο».

Μου άρεσε όταν ο εχθρός ήταν ανίκητος.

Εάν τον έβλεπα να παραπατάει μπορούσα και να τον συμπαθήσω.

Έτσι περνούσαν τα  χρόνια τυπώνοντας και διανέμοντας  τα δικά μου «Κάτω». Άλλες φορές νύχτα κάτω από πόρτες και άλλες το καταμεσήμερο σε σταθμούς.

Τελευταία τάχω βάλει με το χρόνο.

Πρόκειται για την πλέον σκληρή δικτατορία που έχει γνωρίσει το ανθρώπινο γένος στην Ιστορία του.

Ορίζει τα πάντα και τιμωρεί τους απειθαρχούς που θα συλληφθούν  να παραβιάζουν τις ντιρεκτίβες του.

Εκτελεί με συνοπτικές διαδικασίες στις μάντρες όσους περιφρονούν τις επιταγές του.

Έχουμε χάσει πολλούς καλούς μαχητές τον καιρό της παντοδυναμίας του.

Μέχρι τώρα μόνο μικρά  σαμποτάζ  έχουμε καταφέρει που τον κάνουν ακόμα πιο αδίστακτο.

Σε τρώει από μέσα .

Ιδού ένας εχθρός στα μέτρα μας.

Χαράζω ταχτική.

Γιατί όπως έλεγε και ένα σοφός κινέζος στρατηγός που τα είχε βάλει με πολλούς πριν από μένα «Η Στρατηγική χωρίς ταχτική είναι ο θόρυβος πριν από την ήττα».

Ξεκινάω αντιστασιακή δράση με σύνθημα «Κάτω ο χρόνος»

Το ξέρει. Ανησυχεί  και χρησιμοποιεί τα πιο δοκιμασμένα  του όπλα εναντίον μου.

Κατ αρχήν πρέπει να αντιμετωπίσω την χοληστερίνη του χρόνου  πριν με ξεκάνει αυτή .

Ο γιατρός μου είπε ότι έχει φτάσει στα ύψη.

Γράφω ακριβές διαιτολόγιο ανά εβδομάδα και το τηρώ κατά γράμμα.

Το εκτυπώνω και βάζω επικεφαλίδα «ΚΆΤΩ Η ΧΟΛΗΣΤΕΡΊΝΗ» .


Λέω να ξεκινήσω τα βράδια να το μοιράζω κάτω από τις πόρτες παίρνοντας όλες τις προβλεπόμενες προφυλάξεις.

Παρασκευή, 13 Οκτωβρίου 2017

Ο Παπαγιάνης


Ο Παπαγιάνης παρέλαβε την ενορία  ένα απόγευμα του Αυγούστου.

Είχε ραντεβού (με τον προηγούμενο) στην εκκλησιά του χωριού.

Ο Παπαγιάνης περίμενε αλλά (ο προηγούμενος)  αργούσε να φανεί.

Ώσπου να δεήσει να εμφανιστεί (ο προηγούμενος) , ο Παπαγιάννης έκανε …κούνια στην παιδική χαρά.

Τα παιδιά τον κοίταζαν αμίλητα να πηγαινοέρχεται και τα ράσα του να ανεμίζουν.

Πρώτη φορά έβλεπαν παππά να κάνει κούνια.

Ακόμα δεν είχαν δει τίποτα.

Μόλις ξεκίνησε ο καθιερωμένος  απογευματινός  ο αγώνας ποδοσφαίρου ο  Παπαγιάννης έκανε τα χέρια του χωνί και έδινε  οδηγίες σαν προπονητής.

Σε μια στιγμή που θεώρησε ότι δεν εισακούεται μπαίνει στον αγωνιστικό χώρο, παίρνει την μπάλα και κατεβαίνει ακάθεκτος προς το αντίπαλο τέρμα.

Τριπλάρει δυό τρείς και έξω από την μεγάλη περιοχή με ένα ιστορικό σουτ στέλνει την μπάλα στα δίχτυα της αντίπαλης ομάδας.

«Έτσι παίζουν μπάλα!» είπε και αποχώρησε αγέρωχος για τα εκκλησιαστικά του καθήκοντα αφήνοντας άναυδους τους πιτσιρικάδες .

Ο Παπαγιάννης δυσκολεύτηκε να γίνει αποδεκτός από το χωριό.

«Δεν κάνει για παππάς αυτός. Που ακούστηκε παππάς να γυρνάει τσι ρούγες, να τραγουδάει λαϊκά, να συζητάει για ποδόσφαιρο και να παίζει με τα παιδιά κουτσό ».

Το χωριό, όμως,  ήταν μικρό και περίπτωση να στείλουν άλλον παππά «σοβαρότερο» δεν υπήρχε. Έσφιξαν την καρδιά τους και τα δόντια τους και τον  ανέχτηκαν.

Σκέφτηκαν «Κάποιος θα πεθάνει.. κάποιος θα αναστηθεί… χρειαζομάστενε έναν παππά βρε αδελφέ κι ας είναι και σπερλάδος».

Ο Παπαγιάννης εκτός από σέντερ φόρ αποδείχθηκε εξαιρετικός καλλίφωνος και τονισμένος.

Η Λειτουργία της Κυριακής με τον Παπαγιάννη και την τετραφωνική χορωδία έγινε τόσο σημαντικό πολιτιστικό γεγονός που ακόμα και εγώ, ένας άθεος,  έπιανα πρωί πρωί το πρώτο στασίδι.

Ο Παπαγιάννης  εκτός από κριτικός ποδοσφαίρου έβαλε σκοπό να κάνει φαγητό για πεντέξι γριές και γερόντους που ήτανε κατάκοιτοι.

Μερικές Κυριακές έλειπε διότι είχε αναλάβει και την εκκλησιά από ένα μικρό και νησί  χωρίς κατοίκους. Για την ακρίβεια το νησί είχε δύο κατοίκους Αλβανούς που ο ένας ήταν οπαδός του Εμβέρ Χότζα και ο άλλος μουσουλμάνος.

Ο Παπαγιάννης με συμπαθεί και έρχεται πάντα στο σπίτι μου για καφέ.

Στην αρχή νόμιζα ότι ήθελε να με οδηγήσει στο δρόμο του Θεού και ήμουν «κουμπωμένος¨».

Σύντομα διαπίστωσα ότι απλώς του άρεσε η παρέα και με συμπαθούσε.

Όλα πήγαιναν καλά στο μικρό χωριό ώσπου έφτασε η μεγάλη στιγμή της μεγάλης σύγκρουσης με το διπλανό χωριό για πρωτάθλημα της Γ’ Ερασιτεχνικής.

Στην κρίσιμη φάση που ο διαιτητής σφυρίζει πέναλτι εις βάρος μας, πηδάει ο Παπαγιάννης  τον φράχτη με τα ράσα και παίρνει στο κυνήγι τον διαιτητή ο οποίος έντρομος φυγαδεύεται από έναν παίκτη του μισητού διπλανού χωριού με.. «παπί».

Οι γεροντότεροι και σοβαρότεροι ιερείς της περιοχής οδήγησαν τον Παπαγιάννη σιδηροδέσμιο στην ιερά εξέταση.

Ο Δεσπότης του είπε:

«Πάτερ Ιωάννη, είναι σωστά πράματα αυτά;»

«Μα, Δέσποτά μου, αφού μας …αδίκησε.»

Έτσι μίλησε ο Παπαγιάννης και αφέθη ελεύθερος.

Αργότερα έγραψα ένα πύρινο άρθρο υπέρ του Παπαγιάννη που έκανε τόση εντύπωση ώστε το δημοσίευσε και μια μεγάλη εφημερίδα.

«Ένας άθεος υπερασπίζεται τον Παπαγιάννη.»  

Που ακούστηκε!

Μέχρι και η Κόβα του ΚΚΕ συνεδρίασε για να με αφορίσει και να εξηγήσει στους πιστούς «μέχρι που μπορεί να φτάσει ο κατήφορος ενός οπορτουνιστή».

Τέτοια πράματα σκέφτομαι αυτές τις μέρες που διάβασα ένα σχόλιο μιας φίλης μου στο φέις μπουκ.

Έγραφε λοιπόν.

«Εάν έρθει για ψήφιση στην βουλή το σχέδιο νόμου για την νομιμοποίηση της θεραπευτικής κάνναβης. Να μην τολμήσει κανείς να φέρει αντίρρηση διότι θα  αποπεμφθεί πάραυτα».

Εγώ (ευτυχώς) δεν κινδυνεύω διότι συμφωνώ με την χρήση της κάνναβης για ιατρικούς λόγους. Άλλωστε υπάρχουν τόσες παυσίπονες ουσίες πολύ ισχυρότερες που χρησιμοποιούν τα νοσοκομεία.

Το θέμα όμως δεν είναι αυτό.

Το θέμα μας είναι ότι εμφανίζεται μια ιερά εξέταση φορώντας δημοκρατικά προσωπεία που αρνούνται την ύπαρξη οποιασδήποτε άποψης  είναι αντίθετη με την δική τους.

Μια νέα φάρα αδιάλλακτων φανατικών με ροζ στολή εκστρατείας .

Είναι έτοιμοι να ρίξουν στην πυρά των «προοδευτικών τους αντιλήψεων» τον κάθε δυστυχή που έχει άλλη άποψη .

Ίσως θα τους έκανε καλό να παρακολουθήσουν την λειτουργία της Κυριακής από τον Παπαγιάννη και την Χορωδία του.


«Άνω σχώμεν τας καρδίας»